Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Οι καταξιωμένοι είναι απ' έξω

Του Καθηγητή Θανάση Διαμαντόπουλου
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 10-7-12

Οι βουλευτές ψήφισαν και «ενεπιστεύθησαν». Ποιοι βουλευτές; Ωχ... Τους ακούω (ή τις ακούω) και με πιάνει ανατριχίλα. Σε μεγάλο ποσοστό μοντέλες, αθλήτριες ή αθλητές, ενίοτε ολοσχερώς απαίδευτοι, «αθλητικολόγοι», ανίκανοι να διαφοροποιήσουν νοηματικά ρήματα περίπου ομόηχα (π.χ., «ο προπονητής δεν ήθελε να καταπο...λεμήσει τους παίκτες του» διάβαζε κάποια), τριτοκλασάτοι ηθοποιοί, tv περσόνες του χαβαλέ ή της κλαψοσυμπονιάρικης δημοσιογραφίας, «επικοινωνιολόγοι» με χρήση της ελληνικής γλώσσας οριακά ανώτερη από εκείνη των οικονομικών μεταναστών κοκ. Ολοι αυτοί θα... επεξεργαστούν θεσμικές μεταρρυθμίσεις ζωτικής σημασίας, θεσμικοπολιτικά θα στηρίξουν κρισιμότατες διεθνείς διαπραγματεύσεις, θα υιοθετήσουν δημοσιονομικές ρήξεις κ.ο.κ. Το αν μπορούν να συλλάβουν έννοιες όπως «ενδεχόμενος δόλος», «αιτιώδης δικαιοπραξία», «τριτενέργεια δικαιώματος», «συνθήκη πολιτεύματος», «ημιπροεδρικό σύστημα», «αναλογική υψηλότερου μέσου όρου», «προϋπολογισμός μηδενικής βάσης», ακόμη και «πρωτογενές πλεόνασμα», ερευνητέον...
Αντίθετα, εκτός Κοινοβουλίου και εκτός πολιτικών διεργασιών γενικότερα βρίσκεται το - ακόμη και πρόθυμο να εμπλακεί στην πολιτική - πιο καταξιωμένο τμήμα της ποιοτικής Ελλάδας. Είτε την καταξίωσή του την κατέκτησε παλαιότερα μέσα στις πολιτικές διεργασίες (αντιλαμβάνομαι πως εκεί δεν υπάρχουν πολλοί αναμάρτητοι, υπάρχουν όμως έτη φωτός καλύτεροι από κάποιους νεαντερτάλειους σημερινούς αιρετούς εκπροσώπους ή υπουργούς), είτε διέπρεψαν στην κοινωνία των πολιτών, την επιστήμη, τον πολιτισμό, τις επιχειρήσεις κ.ο.κ. (συχνά, είναι αλήθεια, αυτοί πάσχουν από αυτάρκεια, οίηση, περιφρονητική προς τον λαό διάθεση κ.λπ., διαθέτουν ωστόσο διανοητικά εφόδια που αποτελεί σπατάλη να μένουν αναξιοποίητα στην παρούσα συγκυρία).
Πόσες σελίδες θα χρειαζόμουν για να αναφέρω κάποιους τέτοιους; Οπως στο παρελθόν επί μακρόν στερηθήκαμε την πολιτική σοφία ενός Γεωργίου Ράλλη, ενός Λεωνίδα Κύρκου, ενός Σάκη Πεπονή, έτσι και σήμερα δεν βλέπουμε στην ελληνική Βουλή τον Σημίτη, τον Γιαννίτση, τον - πιο αμφιλεγόμενο ασφαλώς - Γ. Παπαντωνίου, τον Αλ. Παπαδόπουλο, τα δύο θύματα του αγώνα για την καταπολέμηση της συνδικαλιζόμενης εκπαιδευτικής εξηλιθίωσης Διαμαντοπούλου και Γιαννάκου, τον Ραγκούση, τον Φλωρίδη κ.λπ. Ταυτόχρονα δεν αξιοποιούμε πολιτικά τους δύο Δοξιάδηδες, τον Αλιβιζάτο, τον Βούλγαρη, τον Τσούκαλη, τον Νίκο Δήμου (τεράστιο πνευματικό κεφάλαιο που ακρωτηριάζεται μόνο από εγωπάθεια), τον Μανδραβέλη, τον Κούρτοβικ, καθώς και ορισμένους νεότερους όπως τον Μαραντζίδη, τον Καλύβα κ.ο.κ.

Γιατί απουσιάζουν; Ισως γιατί τους έλειψε η συμπεριφορά που στο παρελθόν χαρακτήρισα ως «λαολειχία», η αδίστακτη ροπή στο «ωτοθωπευτικό» ψέμα, η ικανότητα για ψηφοθηρία... Γι' αυτό τον λόγο άλλωστε το βασιζόμενο σε ρουσφετολόγια (ή σε τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα) πολιτικό κατεστημένο όχι απλά στο παρελθόν έπνιξε κάθε σκέψη για περιορισμό του παραγωγού πελατειασμού και φαυλότητας σταυρού προτίμησης, αλλά και εξανάγκασε τον νεότερο Καραμανλή να αποσύρει άρον άρον την πρόταση για αύξηση των βουλευτών επικρατείας (θεσμός άλλωστε, για να είμαστε ειλικρινείς, που δεν αξιοποιήθηκε όπως τον είχε εμπνευστεί ο Μεγάλος θείος, ο οποίος τον χρησιμοποίησε για να βάλει στο Κοινοβούλιο προσωπικότητες όπως ο Στασινόπουλος, η Βλάχου ή ο Κ. Τσάτσος).
Κυρίως, όμως, από τους περισσότερους διαθέσιμους - και με ποιότητα - πολιτικά «απόντες» αυτό που λείπει είναι η νιότη. Μια κοινωνία παραζαλισμένη από την κατάρρευση όλων των ασφαλειών της θεώρησε πως θα βρει την απάντηση σε οτιδήποτε - άγνωστο - λάμπει από νιότη. Φτάσαμε έτσι σε μια σύνθεση Κοινοβουλίου και Υπουργικού Συμβουλίου - με την εξαίρεση ελάχιστων υπουργών που δεν επελέγησαν από τα «μπαούλα» των κομμάτων - με πολλή λάμψη και ελάχιστη γνώση ή ποιότητα, με μεγάλη ικανότητα για αυτοπροβολή ή λαολειχία, αλλά μηδενική δυνατότητα για αυτόνομη σκέψη, οπωσδήποτε δε κατώτερων των περιστάσεων.

Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί, με τους ξένους στο αμήν, να ελπίζεται ακόμη η εθνική μας σωτηρία; Επειδή ανήκω στη γενιά που πολλά άκουσε για «Θεό της Ελλάδας» - ξεχνώντας τη φράση του Σταντάλ «μόνη δικαιολογία του Θεού είναι πως δεν υπάρχει» -, δεν θα το αποκλείσω ολοσχερώς. Αν όμως τελικά επιβιώσουμε εντός του δυτικού πολιτισμού, αυτό δεν θα συμβεί «διά ταύτα». Αλλά «παρά ταύτα». Λόγω συγκυριών ή συσχετισμών στη διαμόρφωση των οποίων η πολιτική μας «ελίτ» ουδέν θα έχει συμβάλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: