Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Σαπουνoπερικά

 
...

Του Κ. Μητρόπουλου
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ (30-7-11)

Υπάρχει και η άλλη Ελλάδα

Στο γενικό χαμό της ανικανότητας, της αναξιοκρατίας, του σαλταδορισμού, της  ευνοιοκρατίας, της σαπίλας, της ξεφτίλας, της κομματοκρατίας που ταλανίζουν τη χώρα μας και τους πολίτες της, τα κορίτσια της εθνικής ομάδας πόλο μας έδωσαν έμπρακτη απόδειξη ότι υπάρχει και η άλλη Ελλάδα της προσπάθειας, της επιμονής, της υπομονής, της αξιοκρατίας που δουλεύει μακριά από τις τηλεοπτικές κάμερες και τους υπερθετικούς, κούφιους, τόνους. Τα κορίτσια της εθνικής ομάδας πόλο κέρδισαν επάξια τις καρδιές όλων μας τόσο για τις προσπάθειές τους όσο και για το αποτέλεσμα που πέτυχαν.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

Η δεοντολογία και το ρεύμα

Το σημερινό άρθρο του στα ΝΕΑ ο Πρετεντέρης το αφιερώνει στην δημοσιογραφική του δεοντολογία καταλήγοντας για τα πιστεύω του σχετικά:

"… θα έλεγα στους καλούς φίλους μου τρία πράγματα.

Πρώτον, ότι ο δημοσιογράφος δεν είναι μέρος του παιχνιδιού, όσο και αν ορισμένοι αρέσκονται να πιστεύουν ή να επιχειρούν το αντίθετο…
Ο δημοσιογράφος οφείλει να στέκεται σε ίση απόσταση από το «κυβερνητικό» και το «αντικυβερνητικό», από το «δεξιό» και το «αριστερό», από την «εξουσία» και την «κριτική στην εξουσία».
Δουλειά του, ας πούμε, δεν είναι να χειροκροτεί το Μνημόνιο ούτε να το καταγγέλλει. Αλλά να ενημερώνει με ακρίβεια για τα δεδομένα του προβλήματος, να διατυπώνει τεκμηριωμένες ενστάσεις ή επιφυλάξεις, να υποδεικνύει αδυναμίες ή αστοχίες, να κρίνει με στοιχεία τα αποτελέσματα.
Δουλειά του, δηλαδή, δεν είναι να καθοδηγεί, αλλά να οδηγεί τον αναγνώστη μέσα από σκοπιμότητες, ευκολίες και αντικρουόμενες προπαγάνδες. Αν τις ενοχλεί όλες, τότε κάνει σωστά τη δουλειά του.

Δεύτερον, ο δημοσιογράφος δεν είναι κοινωνικός ακτιβιστής ούτε η δημοσιογραφία αποτελεί αγωνιστική δραστηριότητα.
Η θέση του βρίσκεται, πάλι, σε ίση απόσταση ανάμεσα στην πολιτική και τους αποδέκτες της.
Δεν υιοθετεί προφανώς τα άδικα της κοινωνίας, αλλά ούτε αποτελεί τον αυτόκλητο εκφραστή όποιων θεωρούν ότι αδικούνται ή τον αυτονόητο συμπαραστάτη κάθε αγώνα και κάθε διεκδίκησης.

Τρίτον, ο δημοσιογράφος δεν κάνει επιλογή συμφερόντων, αλλά αντιμετωπίζει από ίση απόσταση όλα τα συμφέροντα.
Τις τράπεζες και τα συνδικάτα. Τους φοροφυγάδες και τους ταξιτζήδες. Τους οίκους αξιολόγησης και τα κόμματα. Τις αγορές και τους πρυτάνεις. Τη διαπλοκή και τις συντεχνίες.
Το μόνο συμφέρον που τον δεσμεύει είναι το Δημόσιο - και αυτό, αν μπορεί να το διακρίνει…

Για να συμβούν όλα αυτά, όμως, ο δημοσιογράφος οφείλει (νομίζω) να έχει μια σταθερή έγνοια: να μην αφήνει ποτέ να τον παρασύρει το ρεύμα, το όποιο ρεύμα. Να είναι χρήσιμος, όχι αρεστός.
Ασφαλώς, για λόγους πνευματικής εντιμότητας. Αλλά και επειδή (το έχω ξαναγράψει) με το ρεύμα πάνε μόνο τα ψόφια ψάρια".

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Στα δύσκολα μνημονεύετε Καζαντζάκη, μνημονεύετε Κακογιάννη ...

Αναδημοσιεύουμε ολόκληρο το υπέροχο χρονογράφημα του Τάκη Θεοδωρόπουλου από τα σημερινά ΝΕΑ στη μνήμη του Μιχάλη Κακογιάννη και του Νίκου Καζαντζάκη και όλων των άλλων που είναι λιγότερο αναγνωρίσιμοι και οι οποίοι έβαλαν λιθάρια και λιθαράκια σ’ αυτό το οικοδόμημα που υπερηφανευόμαστε εμείς οι ολίγοι να λέμε σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό.

«Το 1964 όταν ο «Ζορμπάς» του Κακογιάννη πήρε τρία Οσκαρ και έκανε διεθνή καριέρα, δεν υπήρχε Κέντρο Κινηματογράφου για να χρηματοδοτεί την εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία. Δεν υπήρχε καν υπουργείο Πολιτισμού το οποίο, ως γνωστόν, ιδρύθηκε από τη χούντα.
Η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα με ελληνικούς υπότιτλους γιατί, ως γνωστόν, οι ήρωές της συνομιλούσαν αγγλιστί. Παρ' όλα αυτά, κανείς δεν αμφισβήτησε την ιθαγένειά της. Οι χαρακτήρες της, τα τοπία της, η υπέροχη μουσική του Θεοδωράκη δεν ξεγελούσαν κανέναν. Μύριζαν Ελλάδα από μακριά.
Είναι γνωστό επίσης πως η ταινία προγραμμάτισε την τουριστική πολιτική της Ελλάδας για μερικές δεκαετίες χωρίς τη βοήθεια καμιάς καμπάνιας του ΕΟΤ. Εδωσε πρόσωπο σε μια Ελλάδα φτωχή, ιδιότροπη, μικρή, αλλά γενναιόδωρη σε αισθήματα. Με το όνομα του ήρωά της βάφτισαν χασαποταβέρνες και μαγαζιά με «είδη τουρισμού» - σε αυτό δεν έφταιγε ούτε ο Κακογιάννης ούτε ο Καζαντζάκης.
Ο Καζαντζάκης έγραψε τον «Ζορμπά», ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά κείμενα του εικοστού αιώνα, στη διάρκεια της Κατοχής, στο σπίτι του στην Αίγινα. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 1954 η Γαλλία τού απένειμε το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος. Ως γνωστόν, τον Καζαντζάκη δεν τον βοήθησε ποτέ το ελληνικό κράτος ούτε ο ίδιος του ζήτησε να τον βοηθήσει.
Η ελλαδική Εκκλησία, αντιθέτως, επιχείρησε να τον αφορίσει. Ο αφορισμός απεφεύχθη έπειτα από παρότρυνση της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη στην τότε βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία ζήτησε την παρέμβαση του Πατριάρχη Αθηναγόρα - έτσι, τουλάχιστον, θρυλείται. Πέθανε το 1957 σε μια Ελλάδα που βρισκόταν στη μεθόριο του Ψυχρού Πολέμου, με τις πληγές του Εμφυλίου ακόμη να αιμορραγούν, σε μια Ελλάδα φτωχή όπου το κράτος αντιμετώπιζε τους πολίτες με καχυποψία, τους ζητούσε πιστοποιητικά για τα κοινωνικά και πολιτικά τους φρονήματα προκειμένου να τους αναγνωρίσει τα στοιχειώδη δικαιώματά τους.
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Κατ' αρχάς, για να αποτίσω φόρο τιμής στον Μιχάλη Κακογιάννη που κηδεύεται σήμερα. Δεύτερον, για να θυμίσω πως σε αυτό τον τόπο όσοι κατάφεραν να δημιουργήσουν, όσοι με τη δημιουργία τους κατάφεραν να βγουν και να βγάλουν και τον τόπο από την κλειστοφοβική μοναξιά του, είναι αυτοί που γύρισαν την πλάτη σε κράτη και δημόσια, που δεν καταδέχτηκαν ποτέ να απλώσουν το χέρι τους, που δεν περιφέρονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ σε διαδρόμους και γραφεία, για τον απλούστατο λόγο ότι άλλα είχαν στο μυαλό τους και άλλη δουλειά είχαν να κάνουν.
Η μακρόσυρτη λειτουργία της μεταπολίτευσης, εκτός των άλλων, εξάντλησε τις δυνάμεις της προσπαθώντας να ισοπεδώσει και να ακυρώσει τη νοοτροπία που κάποτε γέννησε τον «Ζορμπά». Οργάνωσε μια κοινωνία που έφτασε να πιστεύει πως όλες της οι δημιουργικές δυνάμεις ήταν εξαρτημένες από ένα κράτος βουλιμικό, υπερτροφικό, αλλά και φοβισμένο συγχρόνως, έτοιμο, σαν γερασμένος πατερούλης να σου δώσει χαρτζιλίκι για να τον αφήσεις στην ησυχία του. Και τώρα που το κράτος πτώχευσε, κινδυνεύουμε να μείνουμε με το παπαδιαμαντικό: «Μικρό χωριό, μεγάλη κακία».

Το τράβηγμα από τη μύτη

Tου Κ. Μητρόπουλου
Δημοδιεύτηκε στα ΝΕΑ (28-7-11)

Το τελευταίο αντίο στον Μιχάλη Κακογιάννη

Το τελευταίο αντίο θα πουν σήμερα στον Μιχάλη Κακογιάννη στις 16.00 το απόγευμα στον Ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
Αξίζει να σημειωθεί πως επιθυμία της οικογένειας του Μιχάλη Κακογιάννη και του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης είναι, το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στη δημόσια δαπάνη της κηδείας του να αποδοθεί στο υπουργείο Πολιτισμού.
Το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, ανακοίνωσε ότι όσοι θα ήθελαν, αντί για στεφάνι, μπορούν να προσφέρουν δωρεά στο ΙΜΚ.

Για τον μεγάλο δημιουργό είπαν:

Θόδωρος Αγγελόπουλος
«Δεν τον ήξερα και πολύ καλά, ξέρω όμως τις ταινίες του. Νομίζω ότι εξακολουθεί και παραμένει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του χώρου. Η "Στέλλα" είναι από τις ταινίες που αγαπώ. Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι έδωσε πολύ χρόνο για να γίνει αυτό το 'Ιδρυμα, που αποτελεί μία σημαντική μονάδα πολιτισμού σε αυτή την έρημη Αθήνα».

Νίκος Κούνδουρος
«Κάπου στη δεκαετία του 60, εμφανίζεται μία καινούργια ευρωπαϊκ-αμερικανική, μπορώ να πω, μορφή, στο όνομα του Μιχάλη Κακογιάννη. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που κατάφερε να βγάλει τον ελληνικό κινηματογράφο έξω από τα στενάχωρα και επαρχιώτικα σύνορά μας.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης ήταν ένας από τους τελευταίους πολεμιστές μίας τέχνης που έχει ζήσει τα καλά και τα κακά της. Κυρίως, αυτή την περίεργη δόξα του ελληνικού λαϊκού κινηματογράφου. Γυρίζει τον Ζορμπά και γίνεται θρύλος. Γυρίζει με την Κάθριν Χέμπορν αρχαία ελληνική τραγωδία, εξαιρετική. Γυρίζει την Ηλέκτρα με την Ειρήνη Παπά, εξαιρετική. Ό,τι έκανε μπορούμε να του κολλήσουμε δίπλα τον τίτλο εξαιρετικό, εξαιρετικό, εξαιρετικό.
Έτσι ήταν. Περφεξιονίστ, ευρωπαϊκής κουλτούρας και πολύγλωσσος. Κατασκεύασε εκείνο το περίφημο μέγαρο της τέχνης, ένα συναρπαστικό έργο στη καρδιά της Αθήνας, που θα στεγάσει το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, φεύγει ήσυχος ότι είχε να κάνει για την πατρίδα του, το έκανε.

Παντελής Βούλγαρης

Ο Μιχάλης Κακογιάννης για τη γενιά τη δική μας, αλλά και για το μεγάλο ελληνικό κοινό, υπήρξε όχι μόνο ένας μεγάλος δάσκαλος, ένας μεγάλος δημιουργός, αλλά και ένας ανήσυχος πολίτης. Αγάπησε τον τόπο αυτόν. Κύπριος, βεβαίως, και αφοσιώθηκε στο να καταγράψει μέσα από την τέχνη του, κυρίως τον κινηματογράφο, την καθημερινότητα, τα προβλήματα των σύγχρονων ανθρώπων, καταφέρνοντας να δημιουργήσει ταινίες που παραμένουν οριακά επιτεύγματα σε αυτή τη δύσκολη τέχνη, αξιοποιώντας ένα πολύ μεγάλο και πολύτιμο καλλιτεχνικό επιτελείο. Από τους ηθοποιούς δεν είναι τυχαίο ότι ίσως οι συναρπαστικότερες ερμηνείες των τριών μεγάλων γυναικών, της Μελίνας, της Έλλης Λαμπέτη και της Ειρήνης Παπά, έχουν καταγραφεί στις δικές του ταινίες.
Επίσης, το γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, που είχε αποσυρθεί από την καλλιτεχνική δράση δημιούργησε αυτό το πολύτιμο πολιτιστικό κέντρο στην οδό Πειραιώς, έναν χώρο για νέους δημιουργούς και νέους θεατές, είναι ένα ακόμη δείγμα της σημαντικής του παρουσίας.
Ταξιδεύει τώρα για το μεγάλο ταξίδι για να βρει φίλους στου "παραδείσου τα μπουζούκια" όπως λέει στη "Στέλλα". Θα τον θυμόμαστε πάντα με συγκίνηση.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Πρωινό άστρο

Ο Χρήστος Λεοντής  γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1940. Το 1964 τάραξε τα νερά της ελληνικής δισκογραφίας με το έργο του «Καταχνιά». Ακολούθησαν πολλά έργα με κορυφαία στιγμή της καριέρας του, κατά την άποψή μας, το «Καπνισμένο τσουκάλι» (1973). Στην πλούσια σταδιοδρομία του εκτός από τραγούδια έγραψε μουσική για όλα τα είδη θεάτρου. Για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Έχει γράψει ακόμα μουσική για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Τελευταίο του έργο η μουσική σύνθεση για το «Πρωινό άστρο» του Γιάννη Ρίτσου.
Ο Χρήστος Λεοντής βρέθηκε στον Άγιο Νικόλαο το τριήμερο 7-9 Οκτωβρίου 2010 όπου μετείχε στο φεστιβάλ Επιστήμης, Τέχνης και Τεχνολογίας της Μαθηματικής Εταιρείας Λασιθίου και μίλησε στο κατάμεστο REX για τη μουσική στο Αρχαίο Θέατρο.
Στο περιθώριο αυτών των εκδηλώσεων είχαμε και μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα στην οποία μας είχε πει ότι ηχογραφούσε το «Πρωινό άστρο» του Ρίτσου. Σήμερα κυκλοφόρησε το CD από την εταιρεία «Μετρονόμος» με τον Παντελή Θεοχαρίδη και στην αφήγηση την Ουρανία Μπασλή.

-Το «Πρωινό άστρο» πώς προέκυψε;
-Το έκανα, το 2009, σαν συμβολή και φόρο τιμής στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου. Έκανα δυο εργασίες: η μια ήτανε να μεταγράψω το «Καπνισμένο τσουκάλι» για τετράφωνη χορωδία με αποτέλεσμα να το τραγουδήσουν πολλές χορωδίες σε όλη την Ελλάδα. Έγινε ρεπερτόριο των χορωδιών. Και το «Πρωινό άστρο» ήτανε ο αντίποδας, ας πούμε, στο «Καπνισμένο τσουκάλι». Μου άρεσε το ποίημα αυτό για την τρυφερότητά του. Το «Καπνισμένο τσουκάλι» το θεωρώ λυρικό αλλά είναι ένας κύκλος τραγουδιών που έχει μια δυναμική διεκδίκησης με λυρικό τρόπο. Ενώ το «Πρωινό άστρο» είναι ένα τρυφερό δημιούργημα και ήθελα έτσι να βγει στην επιφάνεια και αυτή η πλευρά του ποιητή και η δική μου παράλληλα. Ελπίζω κάποια στιγμή, γιατί τώρα το ηχογραφώ, να το ολοκληρώσω. Ερμηνευτικά έχω κάποια προβλήματα. Ψάχνω διάφορες φωνές και ελπίζω να το εκδώσω.
-Τι σας συγκινεί στην ποίηση του Ρίτσου;
-Είναι ένας ποιητής ο οποίος με την ποίησή του εκφράζει τη λαϊκή συνείδηση. Δηλαδή δεν είναι ένας ποιητής που πετά στα σύννεφα. Είναι ένας ποιητής γήινος. Θέλει να είναι με την πλευρά του αγωνιζόμενου ανθρώπου για την αξιοπρέπειά του. Δεν είναι ο ποιητής ο κομμουνιστής που λένε. Δεν είναι κομματικό το έργο του. Είναι έργο ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτό είναι που με συγκινεί σ’ αυτόν.