Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Μια συνομιλία με τον Χρήστο Λεοντή

Ο Χρήστος Λεοντής  γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1940. Το 1964 τάραξε τα νερά της ελληνικής δισκογραφίας με το έργο του «Καταχνιά». Ακολούθησαν πολλά έργα με κορυφαία στιγμή της καριέρας του, κατά την άποψή μας, το «Καπνισμένο τσουκάλι» (1973). Στην πλούσια σταδιοδρομία του εκτός από τραγούδια έγραψε μουσική για όλα τα είδη θεάτρου. Για πολλά χρόνια συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Έχει γράψει ακόμα μουσική για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Τελευταίο του έργο η μουσική σύνθεση για το «Πρωινό άστρο» του Γιάννη Ρίτσου.
Ο Χρήστος Λεοντής βρέθηκε στον Άγιο Νικόλαο το τριήμερο 7-9 Οκτωβρίου όπου μετείχε στο φεστιβάλ Επιστήμης, Τέχνης και Τεχνολογίας της Μαθηματικής Εταιρείας Λασιθίου και μίλησε στο κατάμεστο REX για τη μουσική στο Αρχαίο Θέατρο.
Στο περιθώριο αυτών των εκδηλώσεων είχαμε την παρακάτω κουβέντα.

-Κύριε Λεοντή από μικρός θέλατε να ασχοληθείτε με τη μουσική σύνθεση;
-Όταν ανακάλυψα τη μουσική, και την ανακάλυψα όταν ήμουν παιδί στο δημοτικό σχολειό στο Ηράκλειο, οι μουσικές εμπειρίες μου ήτανε τα πανηγύρια με κρητική μουσική και η εκκλησία. Η ψαλμωδία η βυζαντινή όπου ήμουνα και ψαλτόπαιδο 6-7 χρονών εκεί στον Άγιο Γιώργη. Μου άρεσε τότε να αλλάζω τους ύμνους στην εκκλησία. Είχα κι ένα φίλο που ήταν, έτσι, καλλίφωνος κι αυτός και τον είχα υπό την εποπτεία μου. Αλλάζοντας τους ήχους, λοιπόν, έλεγα στον Μανώλη κάνε εσύ αυτή τη φωνή κι εγώ έκανα μια άλλη. Μου άρεσε δηλαδή να εναρμονίζω κατά κάποιον τρόπο ή να αλλάζω τις μελωδίες. Αυτά ήταν τα πρώτα δείγματα της ανησυχίας μου. Όταν πήγα κατόπιν στην πρώτη γυμνασίου πρωτοάκουσα πιάνο. Και μάθαμε το σολφέζ στο σχολείο, στοιχειώδη πράγματα δηλαδή. Εκεί ο δάσκαλος του γυμνασίου, ο Γεώργιος Χουρμούζιος, επειδή ήμουνα πολύ καλός στο σολφέζ και στη χορωδία,  προεξάρχων κατά κάποιο τρόπο, προσφέρθηκε να μου κάνει μαθήματα δωρεάν στα όργανα που ήξερε δηλαδή πιάνο, βιολί και μαντολίνο. Πιάνο δεν υπήρχε περίπτωση να έχω, είπα στον πατέρα μου για τα άλλα και με έπιασε με τη βέργα, στην κυριολεξία. Όταν όμως πέρασε η μεγάλη μου αδερφή στην Παιδαγωγική Ακαδημία στο Ηράκλειο είχανε στα υποχρεωτικά τους μαθήματα κι ένα όργανο. Βιολί ή μαντολίνο. Έτσι πήρε το μαντολίνο του θείου μου, του αδερφού της μητέρας μου, οπότε υπήρχε στο σπίτι μαντολίνο. Φυσικά δεν με αφήνανε να το αγγίξω αλλά εγώ πήγαινα κρυφά. Και πήγαινα και στο Καπετανάκειο στην αίθουσα της μουσικής του Χουρμούζιου ο οποίος μου είχε δώσει ένα κλειδί και μελετούσα τα απογεύματα. Έκλεβα μισή ώρα την ημέρα από το παιχνίδι και πήγαινα και μελετούσα εκεί πέρα. Για μερικά χρόνια πήγαινε κάπως έτσι το πράγμα. Μετά έκανα κανονικές σπουδές στο Ωδείο ενώ ο πατέρας μου νόμιζε ότι πήγαινα στη Φυσικομαθηματική.
-Σας είχε περάσει από το μυαλό, όταν ξεκινάγατε την σταδιοδρομία σας, ότι τραγούδια σας θα τραγούδαγε το πανελλήνιο, ότι η μουσική σας θα ακουγόταν στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο;
-Όταν ξεκίνησα κι έγραψα ένα τραγούδι το λέγαμε δυο φίλοι, το λέγαμε εδώ εκεί σε μια παρέα…  Ήτανε ωραίο τραγούδι. Έτυχε κάποια στιγμή και ηχογραφήθηκε από μια εταιρεία. Λέω, ποιος θα το πάρει τώρα αυτό, ποιος με ξέρει… Είχα βάλει την κοπέλα μου τότε να το τραγουδήσει. Παίχτηκε και από το ραδιόφωνο και την έστησα να το ακούσω για πρώτη φορά με μεγάλη αγωνία. Είχα μια βαθύτερη πεποίθηση. Γιατί όχι, έλεγα. Στο δε θέατρο, πήγαινα στο Ηρώδειο, όπου είχα βρει έναν φύλακα και με έβαζε από μια μεριά στα βραχάκια. Είχα μια συγκεκριμένη θέση, στο τσάμπα εννοείται. Φεύγοντας, τώρα, από τις παραστάσεις του Εθνικού κυρίως, γιατί τότε κυριαρχούσε το Εθνικό, άκουγα τη μουσική και έλεγα: άραγε θα μου πούνε κι εμένα κάποια στιγμή να γράψω μουσική για ένα τέτοιο έργο; Γιατί με συγκινούσε, με συγκλόνιζε χωρίς να ξέρω το γιατί και το πως. Και έδινα μόνος μου την απάντηση: γιατί όχι; Αλλά δε ήθελα να γράψω κάτι σαν κι αυτά που άκουγα. Ήθελα να γράψω άλλα πράγματα. Τι; Θα το δω εκείνη την ώρα, σκεφτόμουνα, αλλά πάντως όχι αυτά.
-Είναι η αυτοπεποίθηση που κάνει τον δημιουργό να προχωράει μπροστά;
-Φαίνεται ότι υπάρχει όταν έχεις τη φλόγα. Είναι ένα ισχυρό εσωτερικό κίνητρο που σε κάνει να μην εγκαταλείπεις τον αγώνα να υλοποιήσεις αυτή την δυνατότητα που αισθάνεσαι ότι έχεις.
-Γράφετε εύκολα;
-Δουλεύω πολύ τα κομμάτια μου.
-Αναθεωρείτε αυτά που δουλεύετε;
-Συνέχεια. Δηλαδή έχω γίνει και ανέκδοτο στους δικούς μου. Λέω πάμε το τάδε τραγούδι και μου λένε ποια, την 21η έκδοση ή την 4η;
-Είναι αλήθεια ότι ο Θεοδωράκης σας πρότεινε μαζί με τον Λοΐζο και παίζατε τραγούδια σας στην «Μαγική πόλη»;
-Ναι διευθύναμε την ορχήστρα. Εμένα μου το πρότεινε αλλά γνωριστήκαμε με το Μάνο και είπαμε να το κάνουμε εναλλάξ. Ο ένας θα διεύθυνε Χατζιδάκι και ο άλλος Θεοδωράκη.
-Εννοείτε τη ζωντανή ορχήστρα του θεάτρου κάτω από τη σκηνή;
-Ναι.
-Έχω διαβάσει ότι στο διάλλειμα παίζατε δικά σας τραγούδια.
-Διευθύναμε την ορχήστρα και στο ενδιάμεσο που ήταν σαν διάλειμμα, το ιντερμέτζο το λεγόμενο, παίζαμε τέσσερα τραγούδια δικά μας, από δύο ο καθένας.
-Είχατε κάτι στο μυαλό σας όταν γράφατε το «Καπνισμένο τσουκάλι»;
-Όχι στο μυαλό μου. Μπροστά μου. Είχα τα γεγονότα της Νομικής Σχολής το ’73. Τους εξεγερμένους φοιτητές. Κι εγώ νέος ήμουν τότε 33 χρονών. Ο δικός μου αγώνας ήτανε αυτός. Κινητήρια δύναμη ήτανε ο αγώνας αυτός.
-Το είχατε εντοπίσει, το είχατε ξαναδουλέψει πριν, ή η Νομική ήταν η αφορμή;
-Φεύγοντας από κει αισθανόμουνα την ανάγκη να εκφραστώ με τραγούδι γιατί με έπνιγε η φωνή των φοιτητών. Και πήγα σπίτι όπου είχα τους τρεις τόμους του Ρίτσου και τους ξεφύλλισα όλους. Το «Καπνισμένο τσουκάλι» δεν θυμάμαι να το είχα ξαναδιαβάσει στο παρελθόν. Ή και να το είχα διαβάσει δεν το θυμόμουνα. Και ξεφυλλίζοντας έτσι, γραμμούλες, άρχισα. Την πρώτη μέρα είχα κάνει τα τρία τραγούδια.
-Την ιδέα να απαγγείλει στο δίσκο ο Ρίτσος την είχατε εξ αρχής;
-Όταν έγραφα τα τραγούδια ήταν αδιαμόρφωτο το έργο με τη μορφή που πήρε τελικά στο δίσκο. Όταν έφτασα στο σημείο να τα επεξεργαστώ σαν φόρμα μου άρεσε η ιδέα να μπούνε μέσα και κομμάτια αφήγησης. Μάλιστα ήθελα να βάλλω και ορχηστρικά κομμάτια αλλά το βυνίλιο τότε δεν χωρούσε. Ήταν 35-36 λεπτά που χωρούσε το βινύλλιο και εγκατέλειψα την ιδέα. Να ξεκινάει με το μοτίβο και να συνεχίζει με τραγούδι. Την ιδέα την έδινε ο στίχος που ήταν χείμαρρος, μου έδινε μια ελευθερία να κάνω ότι θέλω. Έτσι περιορίστηκα σ’ αυτά που θεωρούσα απαραίτητα και μου άρεσε μετά η ιδέα ο ίδιος ο ποιητής να μπορέσει να συμμετάσχει ενεργά.
-Ο ίδιος ήτανε και σύμβολο την εποχή εκείνη.
-Ναι, ναι. Και ένα δεύτερο στοιχείο ήτανε ότι ο ίδιος ο Ρίτσος ήτανε και ηθοποιός και μουσικός. Τεχνικά με βοήθησε και ο ίδιος αφού σαν μουσικός είχε αίσθηση του ήχου και ο τρόπος της απαγγελίας του είναι ανθρώπινος. Ωραιότατος. Υπάρχει μια δυναμική στον τρόπο έκφρασης και στη χρειά της φωνής. Μια καθαρότητα λόγου κλπ. Δεν είχε στόμφο όπως ο Βάρναλης ή ο Σικελιανός.
-Ο ίδιος ο Ρίτσος τι άποψη είχε για τη δουλειά σας αυτή;
-Ο ίδιος μου είχε πει ότι το «Καπνισμένο τσουκάλι» το θεωρούσε την ωραιότερα μελοποιημένη δουλειά που είχε γίνει σε έργο του.
-Πως του παρουσιάσατε το έργο;
-Ολοκληρώνοντας τα πέντε πρώτα τραγούδια και επειδή έκανα παρεμβολές στα κείμενα θεώρησα σκόπιμο, διότι σέβομαι τη δουλειά του ποιητή και μάλιστα του ύψους του Ρίτσου, και μαγνητοφώνησα πρόχειρα στο σπίτι μου μια άθλια μαγνητοφώνηση τέλος πάντων, για να έχουμε ένα κώδικα συνεννόησης. Πήγα σπίτι του με τη μαγνητοταινία για να τα ακούσουμε και να του πω τι σκεφτόμουν να κάνω. Ήθελα να κάνουμε τέλος πάντων ένα διάλογο να υπάρξει μια δημιουργική συνεργασία. Του άφησα λοιπόν την ταινία και δεν περάσανε πολλές μέρες νάτα τα τραγούδια στα ξένα ραδιόφωνα. Την είχε δώσει ο ίδιος, εκ των υστέρων τα έμαθα, δεν υπήρχε βέβαια και άλλη ταινία… Μάλιστα και αργότερα, ο ίδιος, άκουγε αυτή την ταινία. Του άρεσε πολύ που τραγουδούσα εγώ και ακουγόταν μόνο ένα πιάνο.
-Το «Πρωινό άστρο» πώς προέκυψε;
-Το έκανα πέρυσι, το 2009, σαν συμβολή και φόρο τιμής στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου. Έκανα δυο εργασίες: η μια ήτανε να μεταγράψω το «Καπνισμένο τσουκάλι» για τετράφωνη χορωδία με αποτέλεσμα να το τραγουδήσουν πολλές χορωδίες σε όλη την Ελλάδα. Έγινε ρεπερτόριο των χορωδιών. Και το «Πρωινό άστρο» ήτανε ο αντίποδας, ας πούμε, στο «Καπνισμένο τσουκάλι». Μου άρεσε το ποίημα αυτό για την τρυφερότητά του. Το «Καπνισμένο τσουκάλι» το θεωρώ λυρικό αλλά είναι ένας κύκλος τραγουδιών που έχει μια δυναμική διεκδίκησης με λυρικό τρόπο. Ενώ το «Πρωινό άστρο» είναι ένα τρυφερό δημιούργημα και ήθελα έτσι να βγει στην επιφάνεια και αυτή η πλευρά του ποιητή και η δική μου παράλληλα. Ελπίζω κάποια στιγμή, γιατί τώρα το ηχογραφώ, να το ολοκληρώσω. Ερμηνευτικά έχω κάποια προβλήματα. Ψάχνω διάφορες φωνές και ελπίζω να το εκδώσω.
-Τι σας συγκινεί στην ποίηση του Ρίτσου;
-Είναι ένας ποιητής ο οποίος με την ποίησή του εκφράζει τη λαϊκή συνείδηση. Δηλαδή δεν είναι ένας ποιητής που πετά στα σύννεφα. Είναι ένας ποιητής γήινος. Θέλει να είναι με την πλευρά του αγωνιζόμενου ανθρώπου για την αξιοπρέπειά του. Δεν είναι ο ποιητής ο κομμουνιστής που λένε. Δεν είναι κομματικό το έργο του. Είναι έργο ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτό είναι που με συγκινεί σ’ αυτόν.
-Η μουσική που γράφετε για το θέατρο υπηρετεί αναγκαστικά την άποψη του σκηνοθέτη;
-Όχι. Εγώ ποτέ μου δεν άκουγα τους σκηνοθέτες. Φυσικά μιλάμε, για να χαράξουμε ένα δρόμο, μια πορεία, έκφρασης. Συζητάμε για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε το έργο, αλλά εγώ τη μουσική μου τη γράφω μέσα στο θέατρο.
-Κάθεστε και παρακολουθείτε τις πρόβες;
-Βεβαίως. Και δημιουργώ κλίμα μετέχοντας, όπως και μου δημιουργείται κλίμα.
-Κάνετε παρεμβάσεις;
-Βεβαίως. Αν κάτι δεν λειτουργεί το πετάω. Μπαίνω στη διαδικασία τη δημιουργική μαζί με τον ηθοποιό. Εκεί είναι το μυστικό κατά τη γνώμη μου. Δεν παίρνω τα κείμενα και μόνος μου να δουλέψω και να τους πω θέλετε μια μουσική; Πάρτε την! Δεν με εκφράζει κάτι τέτοιο. Θεωρώ ότι με γδέρνει κάτι τέτοιο. Εγώ θέλω να πάρω από το θέατρο για να μπορώ να δώσω. Δημιουργώ καταστάσεις σκηνοθετημένες, οπότε ο σκηνοθέτης αν θέλει τις κρατάει αν θέλει τις απορρίπτει. Όμως κατά 95% τις κρατάνε. Και αυτό τον βοηθάει, γιατί μη νομίζεις ότι είναι παντογνώστες. Κι αυτοί έχουν ανάγκη από έναν δημιουργικό διάλογο.  
-Πείτε μου δυο κουβέντες για τον Κουν, τον Λαζάνη και τον Κουγιουμτζή.
-Ο Κουν δημιούργησε μια Σχολή που μέσα σ’ αυτήν εντάσσονται και ο Λαζάνης και ο Κουγιουμτζής.
-Μα και εσείς είστε μέλος αυτής της Σχολής.
-Ασφαλώς. Μέλος και συνδημιουργός. Βασίζεται σ’ αυτό που σου είπα πιο πριν: φτιάχναμε το υλικό μας τούβλο-τούβλο. Κομμάτι-κομμάτι. Πολλές φορές από ένα τυχαίο γεγονός που γίνεται κατά λάθος στις πρόβες. Μια παράσταση που έχει ζυμωθεί στο σανίδι.
-Αυτό πιστεύετε ότι είναι και το μυστικό της Σχολής Κουν;
- Φυσικά. Και με τη θεατρική προσωπικότητα του ίδιου του Κουν που είχε την ιδιότητα να σου βγάζει… Ο ίδιος ήτανε φάλτσος, άρα σε ένα μουσικό θα ήτανε άχρηστος. Σου δημιουργούσε όμως μια τέτοια ατμόσφαιρα που σε έκανε να αναθεωρείς συνεχώς και να ψάχνεις στο βάθος της ψυχής σου. Και έβγαζε το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα που μπορούσες να αποδώσεις.
-Δικαίως τον αποκαλούσαν Δάσκαλο. Δεν ήταν δάσκαλος κατ’ ευφημισμόν.
-Βεβαίως. Επειδή έχω δουλέψει σχεδόν με όλους, ήτανε μια μοναδική προσωπικότητα. Ήταν μεγάλη μορφή. Τέτοια πρόσωπα ήτανε ο Κουν, ο Τσαρούχης και ο Χατζιδάκις. Είχανε χαρίσματα μεγάλων δημιουργών. Προωθούσανε τα πράγματα προς τα μπρος και παράλληλα είχανε μια άμεση επαφή με τον κόσμο. Δεν πετάγανε στα σύννεφα. Εκφράσανε στο μέγιστο βαθμό τη λαϊκή συνείδηση που είπαμε πιο μπροστά. Και αυτή ήταν η μεγαλοσύνη τους.
-Ποιες είναι οι δυσκολίες που έχει ο μουσικός προκειμένου να γράψει για τον Αριστοφάνη;
-Πρέπει να έχει ταλέντο, να ’χει χιούμορ να ’χει ιδεολογία. Σε όλα τα πράματα δεν γίνεται τίποτα αν δεν έχεις ιδεολογία. Να έχεις τη διεισδυτική ματιά για να εκφράσει τις ανατροπές του Αριστοφάνη. Όλα αυτά τα στοιχεία της ανατροπής προϋποθέτουν μια ματιά διαφορετική από την καθημερινή αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Διαβάζουμε στο Συμπόσιο που έγινε στο σπίτι του Αγάθωνα, όπου το θέμα ήταν ο έρως, ότι ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο Αριστοφάνης. Και μιλούσαν έτσι που μας θυμίζει λίγο τα λευκώματα που κάναμε πιτσιρικάδες: «τι εστί έρως»; Τον Αριστοφάνη τον έπιασε λόξυγκας και αρχίζει τότε να μιλάει για το πώς γιατρεύεται ο λόξυγκας. Και αρχίσει ο ένας «πρέπει να κρατάς την αναπνοή», ο άλλος το άλλο και τους έκανε σμπαράλια τη συζήτηση. Τους ανέτρεψε τα πάντα. Δηλαδή αυτή η πλήρης γελοιοποίηση και η ανατροπή είναι το χαρακτηριστικό του στοιχείο. Δεν ξέρω πως εκφράζεται με λόγια. Τις ανατροπές στον κοινωνικοπολιτικό χώρο που δημιουργεί μέσα από το χιούμορ και τη στάση του απέναντι στα πολιτικά πρόσωπα της εποχής του. Όπως είπες χθες στη διάλεξή σου «χιούμορ και μαθηματικά» βάζει τον Πεισθέταιρο να ρωτάει πως θα γεωμετρήσει τον αιθέρα… Που βάζεις τους λεχρίτες στους Αχαρνής, όπου έρχεται ο σπιούνος με μια γαμψή μύτη και λέει:
-Τι είσαι συ;
-Είμαι εκείνος που υπερασπίζεται το δίκαιο του λαού και θα σε καταγγείλω εσένα.
-Γιατί θα με καταγγείλεις;
- Διότι όπως κρατάς τα σπίρτα… Αν ανάψεις ένα σπίρτο και πιάσει φωτιά ένα χόρτο και το πάρει το χόρτο ένα σκαθάρι στην πλάτη και το σκαθάρι πάει και πέσει στον υπόνομο και από τον υπόνομο φτάσει στον ναύσταθμο, ένα πλοίο να πάρει φωτιά πάει ο ναύσταθμος. Έχουν την αφέλεια την παιδική και την τρέλα. Λέει ότι θέλει. Αυτό είναι ένα στοιχείο ισχυρό. Έχει συγκεκριμένους στόχους και επιδιώξεις και δεν είναι κατά βάθος καθόλου αφελή. Όλο του το έργο διαπερνά η υπόθεση της ειρήνης γιατί ζούσε μέσα στη δίνη του Πελοποννησιακού πολέμου. Αυτά θα πρέπει να τα αναδείξει ο μουσικός.
-Και με το αρχαίο δράμα;
-Είναι ότι πολυτιμότερο έχει δημιουργηθεί. Έχει μια μεγαλοσύνη στην απλότητά του. Έχεις τους ανθρώπους με όλα τα πάθη της ψυχής τους. Έχουνε οι ποιητές του δράματος μια βαθειά διεισδυτική ματιά στα βάθη της ψυχής του ανθρώπου. Και προσπαθούμε εμείς να δημιουργήσουμε μια ατμόσφαιρα προς το μέσα του ανθρώπου.
-Αυτό το πετυχαίνετε μουσικά χρησιμοποιώντας και μη παραδοσιακά μουσικά ακούσματα;
-Από κει και πέρα τα εκφραστικά μέσα μπορεί να ποικίλουν ανάλογα με το ανέβασμα και πρακτικά είναι ανεξάντλητα. Κάποιος μπορεί για παράδειγμα να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικούς ήχους γιατί ενδεχομένως να μην τον ενδιαφέρει η επικοινωνία με το κοινό. Εμένα το καταφύγιό μου πολλές φορές είναι το δημοτικό τραγούδι και ότι προέρχεται απ’ αυτό. Εκεί είναι η φύση μου. Γιαυτό οι πηγές της άντλησής μου είναι από κει.
-Τα παιδικά βιώματα παίζουν ρόλο;
-Όλη σου η ζωή παίζει. Γιαυτό δεν υπάρχουν όρια στο πώς θα είναι αυτό. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει κάθε φορά, το πόσο δηλαδή μπορεί να σε ταρακουνήσει ψυχικά και συναισθηματικά το ανέβασμα ενός έργου. Εμένα μου αρέσει η εμβάθυνση σε ήχους που έχει δημιουργήσει ο λαός σε όλη την πολιτιστική του πορεία των χιλιετιών. Έτσι με τους διάφορους τρόπους. Ένας απ’ αυτούς είναι και το βυζαντινό τραγούδι και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι.
 -Στο «Αχ έρωτα» περιλάβατε τον «Ερωτόκριτο»;
-Όχι, δεν μπορώ να πω ότι έχω συνειδητά «Ερωτόκριτο». Είχα κάνει και ένα σημείωμα όταν το έκανα στο οποίο μιλούσα για τα κοινά στοιχεία που υπάρχουνε σε όλες τις λαϊκές μουσικές στον κόσμο. Υπάρχουνε πολλά κοινά στοιχεία. Ιδιαίτερα εδώ στη λεκάνη της Μεσογείου όπου υπάρχει επικοινωνία και άμεσες αλληλεπιδράσεις. Δεν υπάρχουνε σαφή όρια στην κάθε μουσική των χωρών εδώ. Έτσι ανάλογα και με τον ψυχισμό του μπορεί να διακρίνει κανείς διάφορα. Εμένα δεν μου πέρασε από το μυαλό. Ίσως όμως με το να ’χω ακούσματα από τον μπάρμπα μου που έπαιζε «Ερωτόκριτο» να έχουν περάσει στον ψυχισμό μου.
-Πιστεύετε ότι έχετε γράψει το έργο της ζωής σας;
-Εγώ προσπάθειες κάνω. Τώρα ποιο είναι το έργο της ζωής μου αν είναι καλό ή κακό αν γράφτηκε ή δεν γράφτηκε… Δεν ξέρω. Προσπαθώ συνέχεια μέχρι που αισθάνομαι την ανάγκη έκφρασης προσπαθώ να γράφω αυτά που θεωρώ ότι μπορεί να είναι αναγκαία και για μένα τον ίδιο και για τον κόσμο. Από κει και πέρα ο κόσμος κρίνει. Το έργο ζυμώνεται στον κόσμο και ο καθένας κρίνει μέχρι εκεί που αντέχει η πλάτη του και το βάρος που κουβαλάει.
-Που πάει η ελληνική μουσική που υπηρετείτε σήμερα;
-Εδώ είναι ο άθλιος ρόλος της πολιτείας και ο ακόμα αθλιότερος των ΜΜΕ (τηλεόραση, ραδιόφωνο). Δηλαδή αυτή η αθλιότητα να μην προβάλουν οι σταθμοί τα τραγούδια μας. Νομίζω ότι θα πρέπει να υποχρεωθούνε να καθιερώσουνε ζώνες. Δεν είναι δυνατόν να καρπώνονται τις δημόσιες συχνότητες και να είναι προπαγάνδα εγκλημάτων, του κουρελιάσματος της ψυχής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
-Ή να δίνουν παραγγελίες στους δημιουργούς όπως το Μέγαρο Μουσικής.
-Μα ούτε το Μέγαρο το κάνει αυτό. Εμένα δεν μου είπε ποτέ κανείς από το Μέγαρο έλα να παίξεις κάτι. Γράφω ένα έργο και δεν ξέρω αν θα παιχθεί και κανείς δε λέει τίποτα. Παρέες από δω κι από κει. Έτσι όμως δεν προχωράει καμιά τέχνη.  Το Μέγαρο θα πρέπει να είναι ένας ανοιχτός χώρος για όλους τους μουσικούς και για όλα τα είδη της μουσικής. Και προσπαθώ εγώ με δανεικά να βγάλω μόνος μου το «Πρωινό άστρο» του Ρίτσου. Επιτρέπονται αυτά τα πράγματα; Ενδιαφέρεται κανένας; Το ανακοίνωσα στις εφημερίδες, εδώ εκεί… Τίποτα. Εγώ το ότι στέκομαι όρθιος το οφείλω στην αγάπη του κόσμου. Στη δικτατορία με απαγόρευαν και τώρα δεν με παίζουν. Τι να πω; Και από την άλλη είδατε στο βίντεο στο Ηρώδειο. Ήτανε κατάμεστο 11 Αυγούστου που λείπει ο κόσμος από την Αθήνα. Αυτό είναι που με στηρίζει εμένα. Και ούτε με ενδιαφέρει και τίποτε άλλο στο κάτω κάτω.
-Η καλή λαϊκή μουσική είναι θέμα κοινωνικών συνθηκών;
-Οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις Τέχνες. Αυτές είναι που επιδρούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον καλλιτέχνη θετικά ή αρνητικά και γίνονται σπουδαία έργα ή ανόητα. Είναι η δυνατότητα η εκφραστική που έχουν οι καλλιτέχνες την όλη ατμόσφαιρα να την κάνουνε έργο.
-Σας ευχαριστώ.
-Καλό κουράγιο σου εύχομαι σ’ αυτά που κάνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: