Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Πώς;

… Πώς να κρίνουν οι πολίτες και να αξιολογήσουν ποιότητα, όταν η πληροφόρησή τους είναι παγιδευμένη και η κριτική λειτουργία σε ολική έκλειψη από τον κοινό βίο; Όταν δεν υπάρχει πτυχή της συλλογικής μας συνύπαρξης όπου να κρίνεται η ποιότητα, να αξιολογούνται οι ικανότητες και το ήθος, να καταξιώνεται η αριστεία, να τιμάται η ανιδιοτέλεια, γιατί τα κόμματα να αποτελέσουν εξαίρεση; Στην ελλαδική κοινωνία σήμερα δεν λειτουργεί ούτε καν βιβλιοκριτική, οι βιβλιοκρισίες συναρτώνται από τα ποσά που διαθέτουν οι Εκδότες στον Τύπο για διαφήμιση. Η ένταξη και η εξέλιξη στην πανεπιστημιακή ιεραρχία εξασφαλίζεται, πολύ συχνά, με κριτήρια όχι ακαδημαϊκά. Επίσημες βραβεύσεις και παρασημοφορήσεις έχουν αυτονόητα αποσυνδεθεί από την τιμή που αποδίδει μια κοινωνία στην ανθρώπινη ποιότητα.
(Απόσπασμα από το άρθρο του Χρ. Γιανναρά στην Καθημερινή της 11-1-15 με τίτλο «Πόσο ανίκανοι, πόσο αφερέγγυοι»)


Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Πικρές αλήθειες

"Σε επανάληψη το ερώτημα, το κρίσιμο για τον ρεαλιστικό προσανατολισμό μας στο ελλαδικό σήμερα: Aν εξαφανιζόμασταν (και τυπικά) από τον ιστορικό ορίζοντα οι Eλληνώνυμοι, ποιος θα είχε να χάσει τι; Tι το ξεχωριστό δικό μας κομίζουμε σήμερα στο γίγνεσθαι του κόσμου (στην Eυρωπαϊκή Eνωση, στη διεθνή κοινότητα) – κάτι που μόνο εμείς διασώζουμε ή κατ’ εξοχήν καλλιεργούμε, και οι άλλοι το εκτιμούν και το χρειάζονται;"

Γεμάτο πικρές αλήθειες τις οποίες παραβλέπουμε (;) είναι το άρθρο στην Καθημερινή 6/1/13 του Χ. Γιανναρά. 

Το άρθρο του Χ. Γιανναρά στην Καθημερινή

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Ελάχιστες προϋποθέσεις

Όσοι εραστές της ελληνικής ιδιο-τροπίας, θέλουμε «να αποκατασταθεί δημοκρατία (…) αλλά όχι ως πρόσχημα για στυγνή κομματοκρατία, όχι ως ρετσέτα χρηστική εξισορρόπησης «δικαιωμάτων». Θέλουμε Σύνταγμα που να προϋποθέτει τη δημοκρατία ως συνεχές κοινό αγώνισμα για ποιότητα ζωής, συνάρτηση τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Θέλουμε τη δημοκρατία ως πεδίο για κατακτήσεις και επιτεύγματα, όχι για εξασφαλίσεις, εξαρτήσεις και υποταγή.
Βέβαια, όταν διαβάζει κανείς τον αθηναϊκό Τύπο, όταν ακούει επαγγελματίες του κομματισμού ή συζητάει με οπαδούς, όταν παρακολουθεί τα γκαιμπελικά Δελτία Ειδήσεων της τηλεόρασης, καταλαβαίνει ότι και η εναργέστερη θέληση για δημοκρατία είναι πια ρομαντική ουτοπία. Το κενό των επιγνώσεων είναι τεράστιο, οικοδομημένο από την εκπαιδευτική πολιτική πολλών δεκαετιών. Η αμβλύνοια, η αγλωσσία, τελικά η αλογία συνιστούν το κατά πλειονότητα γνώρισμα της ελλαδικής κοινωνίας διαμορφωμένο επί πάμπολλα χρόνια από την πολιτική της «ποδοσφαιροφιλίας», του κρατικού τζόγου, του εξηλιθιωτικής τηλεοπτικής «αγωγής». Γράφει μεταξύ άλλων στη σημερινή Καθημερινή ο Γιανναράς.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Σκέψεις

Ο Γιανναράς γράφει στη σημερινή Καθημερινή μεταξύ άλλων στο άρθρο του με τίτλο «Ψήφος αντίστασης στη μικρόνοια»:
Η δευτεράντζα της κομματοκρατίας, δήμαρχοι, νομάρχες, περιφερειάρχες τώρα ή ό,τι άλλο παραπληρωματικό, ούτε τις λακκούβες στους δρόμους ή τις αγέλες των αδέσποτων δεν είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν. Τοποτηρητές είναι, ελάσσονες, των κομματικών συμφερόντων.
Βρίσκουν και τα κάνουν. Οι μάζες των ευνουχισμένων, των δίχως σκέψη και κρίση ψηφοφόρων, μοιάζει να μην έχουν καταλάβει πού έχουμε φτάσει και γιατί. Γιατί σε λούκι στερήσεων, φτώχειας, ανεργίας, εφιαλτικής αβεβαιότητας για το αύριο, γιατί πουθενά ελπίδα ανάκαμψης;
Όμως, η κρίσιμη εκλογική μάζα, ψηφοφόροι δίχως σκέψη και κρίση, τους εκλεκτούς αυτών των κομμάτων θα ψηφίσουν, δεν καταφέρνουν να συνδέσουν τον εφιάλτη που ζούμε με τα συγκεκριμένα εγκλήματα που τον προκάλεσαν και με τους αυτουργούς των εγκλημάτων.
Ο ευνουχισμός έχει συντελεστεί μεθοδικά, έντεχνα, «ανεπαισθήτως». Αν υπάρξουν ιστορικοί στο μέλλον με ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας, το υλικό μελέτης του ευνουχισμού μας θα τους προσφερθεί άφθονο: Τα σχολικά βιβλία που τιτλοφορούνται «Η Γλώσσα μας», ο γκαιμπελικός προπαγανδισμός του ψυχωτικού «φιλαθλητισμού», του κρατικού τζόγου, ο επιχορηγούμενος κιτρινισμός και κρετινισμός των τηλεοπτικών καναλιών. Ακρως αποτελεσματικές πρακτικές εξηλιθίωσης της κρίσιμης εκλογικής μάζας.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Πρόσωπα

Ο Γιανναράς στη σημερινή Καθημερινή σχολιάζει τη διαπίστωση του Πάγκαλου «τα φάγαμε όλοι». Γράφει διάφορα.

Παρατηρεί για παράδειγμα αυτό που δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει σε καμία περίπτωση όταν διαλέγουμε δημόσια πρόσωπα: η εξουσία είχε πάντοτε αυτονόητα και παιδαγωγικό χαρακτήρα, υπηρετεί το κοινωνικό γεγονός, το άθλημα των σχέσεων, της συνύπαρξης, όχι τη θωράκιση ατομικών συμφερόντων.

Επίσης υπενθυμίζει ότι κάθε κόμμα εξασφαλίζοντας τα «δικά του παιδιά» σε απίστευτους αριθμούς κατάφερε να γιγαντώσει απρόβλεπτα το κράτος με συνέπεια η οικονομία και εξ αυτού να καταρρέει  αφού δεν αντέχει να συντηρεί τέτοιο θηρίο. Όμως σημειώνει αυτή την αμαρτία των κομματικών σχηματισμών εξουσίας τη φορτώνει ο Πάγκαλος κάνοντάς την συνενοχή επιστρατεύοντας το τέχνασμα της ενοχοποίησης των θυμάτων: Μισή ενοχή δική μας, μισή δική σας, «τα φάγαμε μαζί».
Σίγουρα υπάρχει ενοχή της ελλαδικής κοινωνίας γι’ αυτό το ανατριχιαστικό κατάντημα. Οχι επειδή «τα έφαγε μαζί» με τις κομματικές συντεχνίες της κλεπτοκρατίας, αλλά επειδή δεν προσβάλλεται από το κρετινικό τους επίπεδο, δεν αντιδρά, είναι έτοιμη να ψηφίσει και πάλι τους επίσημους εγκαθέτους της κλεπτοκρατίας (ή τους ευνοουμένους της) στην τοπική αυτοδιοίκηση, υποστηρίζει ο Γιανναράς.
Το συνετό (σοφό θα έλεγα) κομμάτι του ελλαδικού πληθυσμού (ελάχιστο αριθμητικά, αλλά όχι ευκαταφρόνητο σε δυναμική επιρροής) δεν ψηφίζει ιδεολογικές ετικέτες, ψηφίζει πρόσωπα. Στην πρόκριση προσώπων, στην αξιολόγηση προσώπων, στην εμπιστοσύνη σε πρόσωπα απηχείται ελληνική ιδιαιτερότητα αιώνων: εθισμοί στην ευθύνη της ελευθερίας, όχι πειθάρχηση σε αυθεντίες «ορθής» ιδεολογίας και «αποτελεσματικής» ηθικής.
Με αυστηρά κριτήριά για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ποιότητας. Τα αποτελέσματα μπορεί βέβαια να είναι εντελώς απογοητευτικά σε πολλές περιπτώσεις υποψηφίων στις λίστες για τις εκλογές αυτοδιοίκησης. Πολλές και οι περιπτώσεις ατόμων που προσβάλουν την νοημοσύνη και την έννοια της εκπροσώπησης των πολιτών. Αρκετές και οι περιπτώσεις ανθρώπων που η σχέση τους με τα κοινά είναι εντελώς ανύπαρκτη, που εμφανίζονται από το πουθενά. Κλπ κλπ κλπ.
Γι’ αυτό πρόσωπα!

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Καρασωλήνες

«Συνήθως το κομματικό χρίσμα δίνεται σε φανταχτερούς, με εντυπωσιακή «αναγνωρισιμότητα» γόητες του πλήθους (μπασκετμπολίστες, προπονητές, ηθοποιούς τηλεοπτικών «σειρών», πρώην καλλονές, πρόσωπα με θητεία στη δημοσιότητα έστω και παταγωδώς αποτυχημένη). Ο πολίτης που έχει συνειδητοποιήσει ότι η κομματοκρατία είναι συμφορά για τον ίδιο και για την πατρίδα θα ξέρει να αναγνωρίσει στη «γοητεία» των κεχρισμένων το στίγμα απειλητικής λοιμικής» γράφει ο Γιανναράς στη σημερινή Καθημερινή.
Στις επερχόμενες εκλογές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, υποστηρίζει, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αν θέλουμε κομματοκρατία ή δημοκρατία.

Αν θέλουμε δημοκρατία θα πρέπει να περισώσουμε με την ψήφο μας «τη θεμελιώδη προϋπόθεση της δημοκρατίας: τη διάκριση των εξουσιών. Ξέρουν από άμεση πείρα οι πολίτες ότι τοπική αυτοδιοίκηση υποταγμένη σε κεντρικές κομματικές ντιρεχτίβες σημαίνει την έτοιμη ραχοκοκαλιά κομματικού κράτους. Ξέρουν ότι τα κόμματα στην Ελλάδα δεν έχουν την παραμικρή σχέση με ό,τι προβλέπει για τον ρόλο τους η πολιτική θεωρία της «αντιπροσωπευτικής» δημοκρατίας. Τα κόμματα σήμερα είναι συντεχνίες επαγγελματιών της εξουσίας, οργανωμένες συσπειρώσεις συμφερόντων. Στόχος τους είναι η μονοπώληση της εξουσίας, ο ολοκληρωτικός έλεγχος κάθε πτυχής του συλλογικού βίου. Γι’ αυτό και κάθε αντίσταση στην κομματοκρατία είναι κέρδος για τη δημοκρατία, προάσπιση των κοινωνικών προτεραιοτήτων, των αναγκών του πολίτη.

Κάθε υποψήφιος για την τοπική αυτοδιοίκηση που έχει κομματικό χρίσμα επιβεβαιώνει.... εθελούσια την απαίτηση των κομματικών συντεχνιών να ελέγχουν ολοκληρωτικά τη χώρα, να προηγείται η κομματική σκοπιμότητα των αναγκών κάθε τοπικής κοινωνίας. Οι υποψήφιοι με κομματικό χρίσμα είναι χλεύη της δημοκρατίας, απειλή της δημοκρατίας. Απαιτούν από τους πολίτες την εθελόδουλη υποταγή στη νοοτροπία του λακέ, του ραγιά: να βάζουν πρώτο το συμφέρον του αφεντικού, τα παιχνίδια εξουσίας αδίστακτων επαγγελματιών, και σε δεύτερη μοίρα τη δική τους αξιοπρέπεια, την ποιότητα της ζωής τους.

Δεν μοιάζει να υπάρχει Έλληνας σήμερα που να μην έχει πεισθεί για την ανικανότητα, την προκλητική ιδιοτέλεια, τη φαυλότητα των υπαρχόντων κομμάτων – η οργή, η αηδία, η πίκρα των πολιτών κατακλύζει τη χώρα. Και στις εκλογές τις αυτοδιοικητικές η έκφραση της αποδοκιμασίας δεν χρειάζεται την (αμφίβολης αποτελεσματικότητας) λευκή ψήφο ή αποχή. Τώρα η απέχθεια έχει γόνιμη διέξοδο: Αποκλείει τους μολυσματικούς κεχρισμένους, εμπιστεύεται τους τίμια ασυμβίβαστους και από σεμνή αξιοσύνη ακομμάτιστους.

Επιτέλους, τι περισσότερο θέλουμε να δούμε για να βγάλουμε τις συνέπειες της κοινής αγανάκτησης για τα κόμματα; Υπερχρέωσαν εφιαλτικά το κράτος εξαγοράζοντας ψήφους με διορισμούς, επιδοτήσεις, χαριστικές «προμήθειες», ασύδοτες παροχές. Καταλήστευσαν το δημόσιο ταμείο και τους πακτωλούς των «πακέτων» της Ε.Ε. για να στήσουν το δικό του κάθε κόμμα πελατειακό κράτος, αστρονομικού κόστους μηχανισμούς επανεκλογής τους. Διαγούμισαν τα ασφαλιστικά ταμεία, την υποχρεωτική αποταμίευση κάθε βιοπαλαιστή. Εμπορεύτηκαν, με ληστρικές υπερτιμολογήσεις και «λίστες» εξαίρεσης από μειοδοτικούς διαγωνισμούς, ακόμα και ιατρικά είδη, οι αθεόφοβοι. Και πόσα ακόμα εγκλήματα ειδεχθή, με εξασφαλισμένη θεσμικά την ατιμωρησία.

Τελικά οδήγησαν την Ελλάδα στην οικονομική καταστροφή. Και πώς την αντιμετώπισαν; Κατακρεούργησαν μισθούς και συντάξεις, οι μικροεπιχειρήσεις και τα καταστήματα κλείνουν με ρυθμούς πρωτόγνωρους, η ανεργία έγινε κύμα κατακλυσμικό, οι έμμεσοι φόροι απάνθρωπης αδικίας χαράτσι, η νεολαία δίχως παραμικρή προοπτική, σε απόγνωση. Το ελληνικό (κοινό όλων μας) όνομα το κατάντησαν περίγελο σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Κάθε κυβέρνηση πλαστογραφούσε, όπως οι κοινοί απατεώνες, τα στοιχεία που της ζητούσαν οι Βρυξέλλες και στη συνέχεια, από διεθνή μπαλκόνια, κατάγγελνε το προκάτοχο της εξουσίας κόμμα για ψεύτικα στοιχεία και τεχνάσματα.

Φυσικό ήταν οι δανειστές μας να εκμεταλλευτούν την οικονομική μας χρεοκοπία, τον διεθνή διασυρμό της αξιοπιστίας μας: Έστησαν «Τρόικα» πατρωνίας να τιθασεύσει την κομματική φαυλότητα, να δεσμεύσει τους κομματανθρώπους με τις υπογραφές τους σε «Μνημόνιο».

Ο «Καποδίστριας» και ο «Καλλικράτης» ήταν και είναι σχέδια για τον έλεγχο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ισχυρίζεται. «Ο τεμαχισμός της χώρας, και τις δύο φορές, σε αυθαίρετα μερίσματα έγινε, αποκλειστικά και ομολογημένα, για να εξυπηρετηθούν ελπιζόμενα προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης και ασφυκτικότερος συγκεντρωτικός έλεγχος της χώρας από το εκάστοτε κομματικό κράτος. Πειθαρχούμε δήθεν στα μοντέλα αυτοδιοίκησης που λανσάρει η Ε.Ε. αποκεντρώνοντας όχι την εξουσία, αλλά την κατακλυσμική διαφθορά και φαυλότητα, πολλαπλασιάζοντας τα ερείσματα της κομματοκρατίας».

«Στις δημοσκοπήσεις η συντριπτική, σαρωτική πλειοψηφία των πολιτών δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται πια κανένα κόμμα, η γενικευμένη αγανάκτηση και αηδία φτάνει σε ποσοστά απίστευτα. Ομως, μπροστά στην κάλπη ο φόβος της ανασφάλειας γεννάει τον στερεότυπο συμβιβασμό: «δεν έχουμε κάτι καλύτερο να ψηφίσουμε, αυτά τα κόμματα παράγει η κοινωνία μας, αυτά συνιστούν τη δημοκρατία μας». (…)
Αλλά ο συλλογισμός «αυτούς έχουμε, αυτούς ψηφίζουμε» είναι τουλάχιστον αφελής και στις αυτοδιοικητικές εκλογές ούτε για τους αφελείς ισχύει. Διότι υπάρχουν υποψήφιοι με κομματικό χρίσμα, υπάρχουν και οι τίμια ακομμάτιστοι» υποστηρίζει και φυσικά προτείνει την υπερψήφισή τους.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Κοινωνικές συμπεριφορές

Η «κλειστή» κοινωνία κατά Poper, μας θυμίζει ο Γιανναράς στη σημερινή Καθημερινή, περιγράφεται ως:  στεγανά εγκλωβισμένη σε αυτάρεσκη αυτάρκεια και αρραγείς βεβαιότητες, με θεσμικά αποκλεισμένο κάθε ενδεχόμενο απόκλισης από την απόλυτη προτεραιότητα του απολυτοποιημένου καταναλωτισμού, κάθε πιθανότητα να εμφανιστούν απαιτήσεις για νοηματοδότηση του βίου με στοχοθεσίες ανυπότακτες στη δεσποτεία της αγοράς.
Σ’ αυτού του τύπου τις κοινωνίες υποστηρίζει ο Γιανναράς λειτουργούν  «τυπικά όλοι οι θεσμοί της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας»: Πολυκομματισμός, σύνταγμα, κοινοβούλιο, ανεξάρτητες αρχές, τοπική αυτοδιοίκηση. Αλλά λειτουργούν οι θεσμοί με τους όρους και τον «τρόπο» της αγοράς: Τα κόμματα παράγουν (υποτίθεται) και διακινούν (σίγουρα) προϊόντα - προτάσεις διαχείρισης της οικονομίας. Τα κομματικά προϊόντα ανταγωνίζονται με τους όρους της εμπορικής διαφήμισης: ποιο θα ξεγελάσει δολιότερα τον καταναλωτή πολίτη. Το κόστος διαφήμισης των κομματικών προϊόντων είναι ιλιγγιωδώς το υψηλότερο της αγοράς, γι’ αυτό και η κομματική διαφήμιση χρηματοδοτείται (με το αζημίωτο) από τους ισχυρούς της αγοράς.
Οι δε ψηφοφόροι δίνουν την ψήφο τους ποντάροντας κυρίως στο ατομικό τους οικονομικό όφελος. Η κοινωνία, το «νόημά» της, οι στόχοι της δεν έχουν θέση στο πολιτικό σύστημα των «αναπτυγμένων» κοινωνιών.
Ετσι, όσοι ακόμα επιχειρούν να διασώσουν την κοινωνική δυναμική της κριτικής λειτουργίας του νου, αναπόφευκτα μάχονται στο σύνολό της την αγοραία λογική του πολιτικού συστήματος, το συνολικό σύμπτωμα εμπορευματοποίησης της πολιτικής».

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Η πολιτική αλογία πηγάζει από το σχολείο

Tου Χρήστου Γιανναρά
Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 17ης Μαΐου 2009

Ποια είναι η πρώτη (υπ’ αριθμόν ένα) αιτία κακοδαιμονίας της χώρας σήμερα; Ανεπιφύλακτα θα ψήφιζα: η αλογία, η έκλειψη της λογικής, ο παραλογισμός.
Σαν σε κυνήγι μαγισσών κυνηγάμε σκάνδαλα πολιτικών. Σκάνδαλα σε ατέρμονη αλληλουχία. Δεν μας ενδιαφέρει η ολοφάνερη κοινή αιτία όλων των σκανδάλων, δεν προσπαθούμε να εξαλείψουμε την αιτία ώστε να λείψουν τα σκάνδαλα. Το κυνήγι των σκανδάλων έχει αυτονομηθεί καθεαυτό, είναι αυτοσκοπός – χρειαζόμαστε το κυνήγι, όχι την εξάλειψη των σκανδάλων.
Κι αυτό, επειδή η παρανοϊκή φενάκη, που τη λογαριάζουμε σαν πολιτικό βίο, λειτουργεί στη βάση της πρόκλησης και της διαχείρισης εντυπώσεων – δεν έχει σχέση ούτε με πραγματικά προβλήματα ούτε με πραγματική προσπάθεια λύσης προβλημάτων. Καίρια πτυχή αυτού του παιχνιδιού των εντυπώσεων είναι το κυνήγι των σκανδάλων. Αυτό ρίχνει κυβερνήσεις, το κυνήγι - παιχνίδι των εντυπώσεων, όχι η πραγματικότητα του διεφθαρμένου κομματικού παρακράτους, των ανίκανων κυβερνήσεων, των κωμικά ολίγιστων αρχηγών.

Το 1989, το 1993, το 2004 ο λαός καταψήφισε σκάνδαλα, δεν υπερψήφισε καινοτόμες πολιτικές προτάσεις. Ψήφισε ποντάροντας στην ελπίδα λιγότερων ή ευφυέστερα συγκαλυμμένων σκανδάλων, όχι σε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ρεαλιστικής εξάλειψης των προϋποθέσεων που γεννάνε τα σκάνδαλα. Οπως στις δημοσκοπήσεις θεωρεί ο λαός, πάντοτε, καταλληλότερο για πρωθυπουργό τον υπάρχοντα πρωθυπουργό, έστω και αν αποδοκιμάζει συντριπτικά την πολιτική του και το κόμμα του, έτσι και με την ψήφο του στην κάλπη θεωρεί ο λαός άγγελο - εξολοθρευτή των σκανδάλων τον πιο πρόσφατο καταγγέλτη σκανδάλων, έστω και αν ήταν ο ίδιος ο καταγγέλτης πριν από λίγα χρόνια δεινά καταγγελλόμενος. Ιλιγγος παραλογισμού.

Ναι, συναινούν οι ψηφοφόροι στο κυνήγι των μαγισσών, στο στημένο παιχνίδι των εντυπώσεων. Γι’ αυτό και παραμένει ανατριχιαστικά ανήθικη η αδιαφορία των πολιτικών για τα πραγματικά προβλήματα, τον πόνο, την αδικία, τον βασανισμό του πολίτη. Ο πολίτης με την ψήφο του τους επιτρέπει να παίζουν αδιάντροπα μαζί του, αυτός, δίχως αντιστάσεις λογικής, γίνεται έρμαιο των «επικοινωνιακών» τεχνασμάτων της κομματοκρατίας, τεχνασμάτων πρόκλησης και διαχείρισης εντυπώσεων. Να γιατί λέμε ότι ο παραλογισμός, η αλογία, είναι το πρώτο (υπ’ αριθμόν ένα) αίτιο κακοδαιμονίας της χώρας.

Βλέπει και ξέρει ο πολίτης ότι αυτοί που καταγγέλλουν σήμερα τα σκάνδαλα στην ακτοπλοΐα, είναι οι ίδιοι που χθες μοιράζονταν με τα δικά τους λαμόγια την καταλήστευση των άγονων γραμμών, οι ίδιοι που τους βαραίνει καίρια ενοχή για τον φρικώδη πνιγμό των ογδόντα τεσσάρων ψυχών στο «Σαμίνα». Και αυτοί που κόπτονται για τα σκάνδαλα της Ζήμενς ή του Βατοπεδίου είναι οι ίδιοι που πρώτοι εντόπισαν την κότα με τα χρυσά αυγά, αλλά τους πρόλαβαν οι ατζαμήδες, οι ανίκανοι να κρύψουν τις πομπές τους. Τα ξέρει αυτά ο πολίτης και μύρια ανάλογα, αλλά δεν συνδέει τις επικαιρικές εντυπώσεις με την ιστορική του μνήμη. Την ψήφο του την κατευθύνει ο πιο πρόσφατος συνεπαρμός, όχι η λογική πραγματιστική σύνδεσή της με τα ρεαλιστικά δεδομένα της εμπειρίας του.
Η ψήφος μεγάλης, κρίσιμης για το εκλογικό αποτέλεσμα μερίδας πολιτών είναι φανερό ότι υπακούει σε εξωλογικές παρορμήσεις: σε απηχήσεις μυστικιστικών οραματισμών εγκεντρισμένων στον παιδικό ψυχισμό από την ατμόσφαιρα του πατρικού σπιτιού, σε φαντασιώσεις οφειλόμενης «μάχης» για την «Αριστερά» ή για τη «Δεξιά», όπως μας φάνταξαν στα νεανικά μας διαβάσματα από βιβλία και μπροσούρες εισαγόμενων ιδεολογημάτων. Και πρέπει να είναι ασήμαντος ο αριθμός των ψηφοφόρων που κάθεται να λογαριάσει, λογικά και ψύχραιμα, τι θετικό και ποιες συμφορές επισώρευσε κάθε κόμμα και κάθε αρχηγός στη χώρα – πόσα από τα επιφανή στελέχη των μεταδικτατορικών «κομμάτων εξουσίας» θα εξέτιαν σήμερα βαρύτατες ποινές κάθειρξης, αν λειτουργούσε δημοκρατική, ορθολογική νομοθεσία περί ευθύνης (και συνυπευθυνότητας) υπουργών.
Αν η ψήφος των σημερινών Ελλήνων ήταν κατά πλειονότητα καρπός ορθολογικής στάθμισης και υπεύθυνης κρίσης, τα υπάρχοντα σήμερα στη Βουλή κόμματα θα είχαν προ πολλού αφανιστεί από προσώπου γης. Ποια λογική θα επέτρεπε στον πολίτη να αναθέτει τη διαχείριση της ζωής του και του μέλλοντος των παιδιών του σε φτηνούς επαγγελματίες του εντυπωσιασμού, ανθρώπους ψυχοπαθολογικά παγιδευμένους στην ιδιοτέλεια και στην εξουσιολαγνεία, διασυρμένους για την κωμικοτραγική ανικανότητά τους και τα εγκληματικής ασυνειδησίας λάθη τους;
Η αλογία, η έκλειψη της λογικής, ο παραλογισμός δεν είναι συμπτώματα που προέκυψαν αναίτια και τυχαία στην ελλαδική κοινωνία. Είναι οργανικές συνέπειες της εκπαίδευσής μας των Ελλήνων, του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα συστήματος, εδώ και μισό περίπου αιώνα. Από την πρώτη «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» που επιχείρησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στη δεκαετία του 1950, ο στόχος ήταν επιπόλαια χρησιμοθηρικός: Να πλουτιστεί η διδακτέα στην εκπαίδευση ύλη με πληροφοριακό υλικό για τα καινούργια θησαυρίσματα γνώσης που προσπορίζει η ραγδαία εξέλιξη των επιστημών. Και να συνδεθεί αυτή η «εκσυγχρονισμένη» πληροφόρηση με τις ανάγκες και σκοπιμότητες της παραγωγικής διαδικασίας, της οικονομικής ανάπτυξης.
Πενήντα χρόνια τώρα η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι παγιδευμένη σε αυτή τη χρησιμοθηρική προτεραιότητα «ενημερωτικής» επάρκειας της διδακτέας ύλης. Πρωτεύον εκπαιδευτικό ζητούμενο (δηλαδή πρώτιστος κοινωνικός στόχος της εκπαίδευσης) δεν είναι η άσκηση του μαθητή στην κριτική σκέψη, στη δημιουργική φαντασία και αυτενέργεια, στο πού και πώς θα βρει την πληροφορία, πώς θα ελέγξει την εγκυρότητά της. Γι’ αυτό και προτεραιότητα στην εκπαίδευση δεν έχει η γλώσσα ως λογική ούτε τα μαθηματικά ως γλώσσα. Στόχος είναι η κονσερβοποιημένη πληροφοριακή «ενημερότητα», δηλαδή η απομνημόνευση. Αποκλειστικός τρόπος διδασκαλίας είναι οι από έδρας «παραδόσεις» και κυρίαρχο εξεταστικό σύστημα... η αντιγραφή!
Με αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, σε οποιαδήποτε τάξη του σχολείου, μάθημα, λ. χ., Κριτικής Ανάγνωσης του Τύπου ή μάθημα Συγκριτικής των Πολιτευμάτων; Το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα, θελημένα ή συμπτωματικά, αντανακλά την όλη αποχαυνωτική παραζάλη του καταναλωτικού ευδαιμονισμού που συνέχει την ελλαδική κοινωνία. Ετοιμάζει κομματικούς οπαδούς, όχι πολίτες, αφιονισμένους συνδικαλιστές (από το δημοτικό κιόλας σχολείο) που μαθαίνουν να εκβιάζουν, όχι να σκέπτονται – ετοιμάζει παθητικούς καταναλωτές, όχι ανθρώπους που μπορούν να ξεχωρίσουν ποιότητες.
Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα συντηρεί και διαιωνίζει τη συλλογική ντροπή που είναι τα κόμματα του ελλαδικού κοινοβουλίου σήμερα. Γι’ αυτό και το μόνο που έχουν να πουν για την παιδεία τα κόμματα (τα ίδια ή οι εκάστοτε «σοφοί» παρατρεχάμενοί τους) είναι ότι θα αυξήσουν τα κονδύλια ή θα ξεκινήσουν εξ υπαρχής «διάλογο» ή θα βελτιώσουν το «σύστημα» μετάβασης από τα εξαχρειωμένα σχολειά στα διαλυμένα πανεπιστήμια.