Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Με τη ματιά του Γιάννη Γεροντή

Υπάρχουν φωτογραφίες και φωτογραφίες. Από εκείνες των οικογενειακών στιγμών στα άλμπουμ έως εκείνες του δρόμου στις οποίες απαθανατίζονταν παλαιότερα οι άνθρωποι καθώς περπατούσαν στις οδούς και τις πλατείες των πόλεων. Σήμερα αυτές οι τελευταίες είναι λόγω προσωπικών δεδομένων απαγορευμένες. Είχαν δημιουργηθεί  αρκετά δράματα μ’ αυτές…
Υπάρχει μια κατηγορία ατόμων που κουβαλάνε πάντα μαζί τους μια φωτογραφική μηχανή. Ο Αντρέας Εμπειρίκος ήταν μια τέτοια περίπτωση, όπως και ο Κώστας Γραβράς. «Κουβαλώ την μηχανή πάντα μαζί μου. Την βγάζω όταν βλέπω κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον», λέει ο Γαβράς. Πρέπει να είσαι καλός παρατηρητής για να είσαι καλός φωτογράφος; Όχι τόσο υποστηρίζει ο Γαβράς, «το ένστικτο και η ψυχολογία παίζουν ρόλο. Αυτό με ενδιαφέρει πολύ στην φωτογραφία, ποια είναι η κατάλληλη στιγμή».
Τι αποθανατίζεις τότε με την κάμερα; «Ίσως το χρόνο», γράφει στο ομώνυμο βιβλίο του ο Μανώλης Ζωγραφάκης.
Η φωτογραφική ματιά του Εμπειρίκου είναι προέκταση της ποιητικής του ματιάς. Ο φακός στα χέρια του λειτουργεί όπως το χαρτί και το μολύβι. Με την εικόνα αιχμαλωτίζει στίχους της ποίησης του. Μια παιδούλα στην Πάρο που το ‘σκασε από τα Ομηρικά έπη, ένα ναύτη που φιλά με πάθος μια τυχαία κοπέλα στο δρόμο με τη λήξη του β’ παγκόσμιου πολέμου, τον στρατιώτης που υψώνει τη σοβιετική σημαία στο Ράισταχ, στο Βερολίνο, για να δηλώσει το τέλος του πολέμου, τον πολίτης μπροστά στο τανκ στην Πράγα του ‘68.
Σύμφωνα με τις πηγές η πρώτη φωτογραφία αποτυπώθηκε το 1826. Η φωτογραφία, όμως, ως τέχνη έγινε αποδεκτή μισό αιώνα αργότερα.
Πέρασαν πολλά χρόνια βέβαια για να εφευρεθεί το ασπρόμαυρο φιλμ (1888) και να εξελιχθεί σημαντικά η κάμερα, να προχωρήσουμε στο έγχρωμο φιλμ και να φτάσουμε σήμερα στην ψηφιακή φωτογραφία.
Από τότε τραβήχτηκαν πολλές φωτογραφίες και δημιουργήθηκε η ανάγκη να κατηγοριοποιηθούν: φωτοειδησεογραφικές, στημένες, κτηρίων, τέχνης είναι μια χοντρική κατηγοριοποίηση. Η κατηγοριοποίηση δεν είναι πάντα αποτελεσματική. Οι διαφημιστικές φωτογραφίες της Benetton, τι είναι; Είναι σίγουρα στημένες. Είναι όμως και τέχνης. Και οπωσδήποτε σκόπιμα προκλητικές. Ο Τοσκάνι που τις τράβηξε για την Benetton κατηγορήθηκε, πολλές φορές, όχι άδικα, ότι συνέβαλε με την τέχνη του στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης δυστυχίας για εμπορικούς σκοπούς. Ανεξάρτητα από το βάσιμο των αιτιάσεων, ο Τοσκάνι βοήθησε με το έργο του να αναδειχθούν και μερικές από τις πιο σκοτεινές όψεις της εποχής μας, συμβάλλοντας έτσι στην κατανόηση των μεγάλων ανθρώπινων προβλημάτων και την καταπολέμηση των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων. Αν η δύναμη των φωτογραφιών της φωτοειδησεογραφίας είναι πάνω από χίλιες λέξεις, η αντίστοιχη των επιτυχημένων φωτογραφιών τέχνης είναι πολλαπλάσια. Δεν είναι μόνο το συναίσθημα και η καθαρότητα της είδησης που μεταφέρει η φωτογραφική εικόνα, κυρίως είναι το μήνυμα που εκπέμπει. Γι’ αυτό κάποιες φωτογραφίες είναι εμβληματικές.
Ο Γιάννης Γεροντής έχει πάθος με την τεχνολογία. Από ηχοσύνολα και αστρονομικά όργανα μέχρι μετεωρολογικά και φωτογραφικά-κινηματογραφικά.
Τελευταία έχει βαλθεί να αποτυπώνει τη φύση και τους ανθρώπους του Μεραμπέλλου καταθέτοντας την προσωπική του ματιά και τα σχόλια για μια περιοχή πλούσια σε ομορφιές φυσικού περιβάλλοντος, σε ποικιλία και χρώμα. Σε ενδημικά φυτά και πανίδα.
Η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία της φωτογραφίας έχει μειώσει στο ελάχιστο το κόστος της. Όμως η τέχνη της, εκτός από την παραδοσιακή λήψη, έχει ενσωματώσει και την επεξεργασία με τα κατάλληλα λογισμικά και φίλτρα.
Ο Γεροντής δουλεύει χωρίς να επεξεργάζεται στον υπολογιστή τις φωτογραφίες του.
Η έκθεση με θέμα «Φωτογραφίες Θεού και ανθρώπων» με φωτοστιγμιότυπα από το Μεραμπέλλο είναι η πρώτη του. Περιλαμβάνει φωτογραφίες που τράβηξε τα τελευταία χρόνια και τις οποίες ταξινόμησε σε έξι κατηγορίες: Ναοί, πουλιά (ενδημικά και αποδημητικά), πανίδα γενικότερα, πρόσωπα, χλωρίδα και σκόρπια θέματα.
Εικόνες που εστιάζουν στην αρχιτεκτονική των κτηρίων υπό την ανήσυχη οπτική του ματιά. Κάδρα που αναδεικνύουν τη λεπτομέρεια και το απρόοπτο. Χρώματα που προκαλούν το συναίσθημα και τον θαυμασμό. Συνθέσεις που αναδεικνύουν τη μοναδικότητα του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής και συνολικά δίνουν μια καλή γενική εικόνα για το χώρο και το χρόνο.
Η δουλειά που θα εκθέσει στο κοινό αναδεικνύει τόσο το μεράκι του ως φωτογράφου, όσο και το πάθος του να αναδείξει και να μοιραστεί με τους άλλους ανθρώπους τις συγκινήσεις που προσφέρει απλόχερα η συνολική εικόνα του τοπίου και των χρωμάτων του χώρου που του έλαχε να ζει.
Η έκθεση θα εγκαινιαστεί στη Νεάπολη τη Δευτέρα 5 Αυγούστου και θα παραμείνει εκεί μέχρι 20 Αυγούστου. Από 1 Σεπτεμβρίου έως και 15 θα φιλοξενηθεί στη Δημοτική Πινακοθήκη του Αγίου Νικολάου.
Ι. Σταμέλος

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Για τα λεφτά τα κάνουμ' όλα;

Η Ελένη Αρβελέρ υποστηρίζει σε συνέντευξη που έδωσε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο σχετικά με όσα γίνονται σήμερα (ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 29-7-13)
«Το κέντρο Δελφών έγινε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για να μπορέσουν οι Ευρωπαίοι να κάνουν τα περίπτερά τους, όπως ήταν παλιά οι θησαυροί των Δελφών. Νόμιζε ο Καραμανλής ότι οι Ευρωπαίοι θα έχτιζαν τα παραρτήματά τους και θα γινόταν ένα ευρωπαϊκό σύμπλεγμα, το οποίο θα είχε την προβολή της Ευρώπης που δεν ξεχνάει ότι η βάση του πολιτισμού της είναι η Ελλάδα. Αυτό ήταν το σκεπτικό. Κανένας Ευρωπαίος δεν έκανε τίποτα. Έχουμε Ευρωπαίους μέσα στο συμβούλιο, αλλά η Ευρώπη δεν δίνει ούτε πεντάρα. Και όλα τα έξοδα είναι του ελληνικού δημοσίου, οπότε είμαστε κρατικοδίαιτοι και αυτό είναι κακό. Τους είπα, λοιπόν, "παιδιά, το μόνο που μπορεί να μας δώσει το κράτος είναι οι μισθοί σας, κομμένοι-ξεκομμένοι, αυτοί είναι. Όλα τα άλλα πρέπει να τα κάνουμε με δική μας προσπάθεια". Και λόγω τού ότι με ξέρουν κάπως οι Ευρωπαίοι, έρχονται στο συμπόσιο, χωρίς να τους πληρώσουμε, χωρίς να τους δώσουμε τα εισιτήρια, δε δίνουμε τίποτα, αλλά έχουμε ένα πρόγραμμα τέλειο. Εκείνη, η οποία μας βοήθησε πολύ, είναι η κ. Μενδώνη χάρη στο ΕΣΠΑ. Γιατί το ΕΣΠΑ Αττικής έδωσε τη δυνατότητα στο Κέντρο Δελφών να κάνει όλες τις εκδηλώσεις στην Ακρόπολη, τον Εθνικό Κήπο και το Ίδρυμα Κακογιάννη» λέει η κ. Αρβελέρ, μιλώντας για το έργο του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δελφών και προσθέτει: «Το Κέντρο ανήκει στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που δεν έχει χρήματα. Τα λεφτά τα έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ θα πρέπει κάποτε θα να γίνει κάτι, ίσως δεν έχω καιρό να το κάνω εγώ, αλλά πρέπει να γίνει, είναι να περάσει από το ΣτΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Να είναι, δηλαδή, υπό την Ανδρούλα Βασιλείου, η οποία είναι υπεύθυνη σήμερα για τα πολιτιστικά. Αλλά εκείνο το οποίο νομίζω ότι είναι πολύ σοβαρό, είναι ότι το κέντρο των Δελφών έχει γίνει κέντρο και για την περιφέρεια. Δεν έρχονται να το παρακολουθήσουν μόνο από το εξωτερικό. Έρχονται και από την Άμφισσα, και από το Χρυσό, και από την Ιτέα κλπ. Το παρακολουθούν άνθρωποι, οι οποίοι δεν είχαν την δυνατότητα πριν να παρακολουθήσουν συμπόσια από ξένους, να ακούσουν μουσική, να δουν χορό. Αυτή η διείσδυση του Κέντρου είναι ένα από τα μεγάλα συν, όπως επίσης και η προσπάθεια που κάνουμε, να απευθυνθούμε στη νέα γενιά».

Αναφερόμενη στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, η κ. Αρβελέρ σημειώνει: «Αλλιώς μας βλέπει ένας καθηγητής πανεπιστημίου ή ένας φοιτητής κι αλλιώς ένας εργάτης, ο οποίος σου λέει, "γιατί εγώ να δουλεύω για τους Έλληνες;". Είχα πάρει ένα ταξί πρόσφατα στο Παρίσι και μου λέει ο ταξιτζής "κυρία Αρβελέρ, πρέπει να βοηθήσουμε τους Ισπανούς γιατί είναι εργατικοί, κάνουν ό,τι πρέπει, όχι σαν τους Έλληνες". "Για στάσου" τον κόβω. "Ξέχασα, είστε Ελληνίδα, αλλά δεν πειράζει αλήθεια λέω" μου λέει. Σε ένα μέρος του κόσμου, το οποίο δεν έχει να κάνει ούτε με τον χτεσινό πολιτισμό ούτε με τον αυριανό, αλλά έχει να κάνει με την καθημερινότητα, βγάζω το ψωμί μου, δεν το βγάζω, έχω οικογένεια, είμαι άνεργος, αυτοί σου λένε "φτάνει πια". Από την άλλη μεριά σου λένε "οι Έλληνες κάνουν ότι μπορούν και μας δώσανε τα φώτα τους στο παρελθόν". Το θέμα, πάντως, είναι ότι χάσαμε την αίγλη, ότι ήμασταν αυτοί οι οποίοι κάνανε την καλύτερη αντίσταση, αυτοί που γέννησαν τη δημοκρατία. Τώρα σου λένε "δώσατε, αλλά φτάνει πια"».

Όσο για τους ίδιους τους Έλληνες, εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτική. «Οι Έλληνες αυτή τη στιγμή πάνε με όποιον δίνει τα λεφτά. Είναι άσχημο αυτό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Θυμάμαι μία μέρα ταξίδευα με τον Ντελόρ και μου λέει "πες μου λίγα πράγματα για την Ελλάδα". "Είναι μία χώρα, όπου δεν είσαι άνθρωπος, είσαι πακέτο, το πακέτο Ντελόρ" του απάντησα. Η Ευρώπη δεν είναι μόνο τα χρήματα που δίνει. Η Ευρώπη έχει υποχρεώσεις, αλλά και εμείς έχουμε υποχρεώσεις απέναντί της. Αν ρωτήσεις έναν Έλληνα ποιες είναι οι υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι στην Ευρώπη, δεν θα σου απαντήσει κανείς. Εκείνο που περιμένουμε είναι η Ευρώπη να μας ζήσει, να μας θρέψει, τα πακέτα Ντελόρ, το ΕΣΠΑ". Αυτό που με φοβίζει πολύ είναι ένα είδος αδράνειας. Νομίζεις ότι οι Έλληνες έχουν πάθει καθίζηση. Δεν υπάρχει ένα όραμα. Μνημόνιο-όχι μνημόνιο. Το μνημόνιο είναι όραμα; Τι θα πεις στα παιδιά; Όχι μνημόνιο, καλά, αλλά μετά; Λοιπόν, αυτό με φοβίζει πολύ περισσότερο απ’ όλα. Ότι έχασαν οι Έλληνες τη δυνατότητα -όχι της ελπίδας, την οποία έχουν εναποθέσει στους ξένους- αλλά του οράματος. Εγώ γνώρισα την κατοχή. Για να πάω στο σχολείο περνούσα πάνω από πτώματα πεινασμένων ανθρώπων, τα οποία μάζευε ένα καροτσάκι του δήμου. Λοιπόν, όταν μου λένε ότι υπάρχει κρίση, γελώ».

Αναλύοντας τα αίτια που φτάσαμε από τον «Έλληνα της αντίστασης» στον «Έλληνα - πακέτο Ντελόρ», η Ελληνίδα ακαδημαϊκός εξηγεί: «Νομίζω ότι φταίει η εμφυλιακή κρίση. Δεν πάψαμε ποτέ να είμαστε σε εμφύλιο πόλεμο. Δεν πάψαμε ποτέ να έχουμε αυτόν το διχασμό. Να σας πω ένα παράδειγμα. Είμαι πρόεδρος του διεθνούς ιδρύματος Σοστάκοβιτς, ο οποίος είναι ίσως ο μεγαλύτερος μουσικός της εποχής μας. Έχει κάνει την ενορχήστρωση του ύμνου του ΕΛΑΣ. Είπα να τη φέρω στην Ελλάδα και μου λένε: "Δεν μπορούμε να παίξουμε τον ύμνο του ΕΛΑΣ σε δημόσιο κτίριο". Αν μετά από 60 χρόνια έχουμε φτάσει εκεί, είναι γιατί τα έχουμε κουκουλώσει όλα. Δεν έχουμε κάνει -αυτό που λένε οι ψυχολόγοι- την περίοδο του πένθους. Δηλαδή, ουδέποτε δώσαμε στον εαυτό μας τον καιρό να σκεφτεί τα πράγματα με κάποια απόσταση και να κλάψει, ή να γελάσει, γι αυτά που έχει κάνει. Λοιπόν, από αυτή τη στιγμή και έπειτα, χωρίς παιδεία, με μία οικογένεια διαλυμένη, με ένα όραμα, το οποίο είναι μόνο το "τι θα έχω", δεν πάμε πουθενά. Κάποτε είπα κάτι και μου θύμωσε όλος ο κόσμος. Ότι περάσαμε από τα τσαρούχια στα Tod’s. Είναι μία ατάκα που όμως αν την αναλύσεις έχει αλήθεια. Από τις σκηνές της κατοχής φτάνουμε στο "πάρε δάνειο", "πάρε αυτοκίνητο", "πάρε και δεύτερο και τρίτο". Εγώ μόνο στην Ελλάδα βλέπω οικογένειες να έχουν δύο αυτοκίνητα, ένα μονό και ένα ζυγό».

Μιλώντας για την πορεία της Ευρώπης και για το αν κινδυνεύει από το αντιευρωπαϊκό κλίμα, που αναπτύσσεται, η κ. Αρβερέλ σημειώνει: «Η Ευρώπη ήταν ο χώρος, ο οποίος μονοπωλούσε την παγκόσμια ιστορία. Αυτό έπαψε. Η Ευρώπη δεν μονοπωλεί την παγκόσμια ιστορία, πράγμα που σημαίνει -κατά τους ιστορικούς- μία παρακμή, η οποία είναι οικονομική, πολιτιστική, δημογραφική και ηθική. Λοιπόν, διατείνομαι ότι η Ευρώπη έχοντας χάσει ακριβώς τον πρωτεύοντα ρόλο στην παγκόσμια ιστορία, μετακινήθηκε ο πρωταγωνιστής δυτικά, εννοώντας την Αμερική, αλλά και ανατολικά. Η Ευρώπη έχει γίνει ένας κεντρώος χώρος, χωρίς να είναι κεντρικός. Αλλού "παίζονται" τα πράγματα. Η Ευρώπη είχε μια δυνατότητα ίσως, να γίνει "μεσο -αντλάντικ". Δηλαδή, να είναι με την Αμερική το ίδιο πράγμα, άλλωστε η Αμερική δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα αποκύημα της Ευρώπης και θρησκευτικό και πολιτικό και εθνικό. Δηλαδή, θα μπορούσε να έχει τον Ατλαντικό ως κέντρο και να είναι Ευρώπη και Αμερική μαζί. Αυτό όμως χάθηκε, τέλειωσε, γιατί οι Αμερικανοί κοιτάνε πια από την άλλη μεριά. Κοιτάνε περισσότερο από τον Ειρηνικό και πέρα. Και από την άλλη έχουμε την άνοδο των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική). Οι BRICS είναι παγκόσμιοι τώρα, οπότε η Ευρώπη έχει καταντήσει ένα ακρωτήριο της Ασίας. Το τελευταίο ακρωτήριο της Ασίας. Οι Ευρωπαίοι πρέπει να καταλάβουν ότι πρέπει να έχουν μια ευρωπαϊκή ταυτότητα, δηλαδή ευρωπαϊκό συμφέρον, κοινό συμφέρον, γιατί δεν υπάρχει πόλεμος μεταξύ αυτών που έχουν το ίδιο συμφέρον. Αν το καταλάβουν ότι έχουν συμφέρον να γίνουν ένα, τότε ίσως γίνουνε ένας από τους BRICS, να προσθέσουμε και ένα έψιλον. Αλλά αυτή τη στιγμή ο καθένας είναι για την πάρτη του. Η Ευρώπη, όμως, είναι το πρώτο πολιτικό μόρφωμα, το οποίο είναι πολυεθνικό χωρίς να είναι αποτέλεσμα στρατιωτικής επέμβασης. Από εκεί και πέρα αν οι Έλληνες γίνονται αντι-ευρωπαίοι, επειδή ακριβώς σταματάνε οι βοήθειες και έχουμε την τρόικα, αυτό είναι ελληνικό πρόβλημα και όχι ευρωπαϊκό. Αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει κάτι που με φοβίζει πολύ. Έγινε μια μεγάλη δημοσκόπηση από επίσημους οργανισμούς σε 35 κράτη. "Τι πιστεύουν οι νέοι και για ποιο πράγμα θα ήθελαν να πεθάνουν". Οι μόνοι οι οποίοι απάντησαν ότι θα θέλανε να πεθάνουν για την πατρίδα τους είναι οι Τούρκοι. Ούτε Γάλλοι, ούτε Άγγλοι, ούτε Έλληνες. Λοιπόν, αυτή η αποξένωση, όχι από τον πατριωτισμό, αλλά από ένα είδος υπερηφάνειας να κρατήσουμε αυτό μας δώσανε οι παππούδες μας, είναι πρόβλημα».

Δηλώνει ότι ο μεγάλος της φόβος για την Ελλάδα είναι η άνοδος της Χρυσής Αυγής. «Η "Χρυσή Αυγή" καλπάζει, όπως και η Χαμάς στην Παλαιστίνη. Είσαι μεγάλη γυναίκα, πας να πάρεις τις πέντε πεντάρες σου και σε περιμένει ο πεινασμένος μετανάστης να σου τις πάρει, σε παίρνει το αγόρι της Χρυσής Αυγής, σε πηγαίνει πιο κάτω, οπότε το λες στον εγγονό, στην κόρη, στον γιο. Δεν ήρθαν οι δικοί σου να σε πάνε και σε πήγε η "Χρυσή Αυγή". Oπότε να ψηφίσουμε "Χρυσή Αυγή", γιατί αυτοί θα πηγαίνουν στη θέση μας, αντί να παίρνουμε εμείς την γιαγιά την παίρνουν αυτοί. Δεν έχει εθνικό χαρακτήρα η "Χρυσή Αυγή", γιατί αν είχε θα είχε μια άλλη στάση απέναντι στο μεταναστευτικό κίνημα. Και αυτό είναι το μόνο πράγμα, που φοβίζει τους Ευρωπαίους. Δεν τους φοβίζει η οικονομική κρίση, άλλωστε όλοι περνάνε οικονομική κρίση, αλλά η "Χρυσή Αυγή" δεν θα περάσει στην Ευρώπη. Έχει καταντήσει η Ελλάδα να είναι ένα υπόδειγμα ρατσισμού για τους ξένους. Αν ρωτήσεις ποια είναι η πιο ρατσιστική χώρα στην Ευρώπη, θα σουν πουν αμέσως η Ελλάδα. Αλλά έχουν άδικο οι Ευρωπαίοι γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη ανοιχτή χώρα. Είναι το πέρασμα όλων. Πάντως, αν δεις την παγκοσμιότητα στην καλή της εκδοχή, δεν υπάρχει πια ξένος».

Ερμηνεύοντας παλαιότερη δήλωσή της ότι «έχουμε χρόνο ως τον Σεπτέμβριο», τονίζει: «Είχα πει ότι έχουμε χρόνο ως τον Σεπτέμβριο, ως τις γερμανικές εκλογές να κάνουμε κάτι, γιατί υπάρχουν πολλές φωνές που λένε "γιατί να θρέφουμε τους Έλληνες; Στοιχίζουν 4.500 ευρώ για κάθε Ευρωπαίο". Σου λένε "κάντε και κάτι" κι εμείς δεν έχουμε κάνει κάτι μέχρι τώρα».

Κλείνοντας κ. Αρβελέρ εκφράζει την αισιοδοξία της για την πορεία της Ελλάδας και σχολιάζει το κλείσιμο της ΕΡΤ. «Ήταν τραγικό αυτό για τη χώρα προς τα έξω. Μαύρο στην ΕΡΤ. Με ρώτησαν οι Γάλλοι δημοσιογράφοι "τι έγινε" και τους είπα "δεν υπάρχει εθνικός αερομεταφορέας, δεν υπάρχει εθνική τηλεόραση, ε, μένει ο εθνικός ύμνος". Δεν έχουν κάνει μελέτη πουθενά, να πούνε είναι τόσοι, κοστίζουν τόσο, πρέπει γίνει αυτό. Είναι πράγματα να αρχίζει ο κακομοίρης, ο Μητσοτάκης, από την αρχή; Αν με ρωτούσες από πού να αρχίσουμε, θα σου έλεγα ότι αν ο Μητσοτάκης κάνει καλή δουλειά, νομίζω θα την κάνει, θα καταφέρουμε κάτι. Νομίζω ότι αν δεν τα καταφέρει αυτός, δεν θα τα καταφέρει κανένας. Είμαι αισιόδοξη. Νομίζω ότι οι δυο τους τώρα, Σαμαράς και Βενιζέλος, θα τα καταφέρουν, αλλά δεν θα είμαι αισιόδοξη αν η "Χρυσή Αυγή" πάρει μεγάλα ποσοστά. Εκεί, τα πράγματα θα δυσκολέψουνε, γιατί τότε οι Ευρωπαίοι θα πούνε "τώρα κάντε ό,τι θέλετε". Ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ να βγει, γελάνε. Αλλά με τη "Χρυσή Αυγή" δεν γελάνε καθόλου». 

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Σαμπάνια στα χρόνια της κρίσης

Και, «ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ», στο σύγχρονο, νεοελληνικό θέατρο του παραλόγου στην Ψαρού της Μυκόνου, το πλήθος εβίωσε και συμμετείχε σε μία παρωδία κωμωδίας, που θα έκανε τον Αριστοφάνη να φρίξει, και μια παρά φύσιν επιθεώρηση που θα έκανε τον Σταυρίδη, τον Χατζηχρήστο, τον Αυλωνίτη, τον Λογοθετίδη, τον Ηλιόπουλο, τη Βασιλειάδου και την Βλαχοπούλου, να βγουν από τους τάφους τους και να πλακώσουν στις μάπες όλα τα νεοπλουτέ βλαχομπαρόκ της συγκεκριμένης παραλίας.
Η είδηση, λέει, ότι τραγουδώντας στη σκηνή μεγάλου πάρτι σε παραλία της Μυκόνου ο Ρέμος πούλαγε τζάμπα μαγκιές προς Άγγλους, Γάλλους Πορτογάλους. Το κοινό του εκεί αποτελούσαν περισσότερα από 1000 άτομα και πολλοί επώνυμοι επιχειρηματίες. Οι μαρτυρίες λένε ότι το κέφι ήταν μεγάλο και πως καταναλώθηκαν μεγάλες ποσότητες σαμπάνιας με προκλητικό, μάλιστα, τρόπο.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι τόσο η σαμπάνια αλλά η προκλητική συμπεριφορά, ειδικά τώρα που χιλιάδες άτομα στη χώρα μας μετρούν ακόμα και την κάθε μπουκιά τους.

«Εάν κάποιοι δεν έχουν πονέσει από την κρίση, δεν στενοχωριέμαι καθόλου για αυτό, και μακάρι να είναι καλά οι άνθρωποι. Όμως, εάν θέλουν να κάνουν ρωμαϊκού τύπου γλέντια, ας τα κάνουν στα σπίτια τους» σημειώνει ο Χρίστος Μιχαηλίδης σε σχετικό του άρθρο.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Το σόι

Του Αντρέα Πετρουλάκη
Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της 18-7-13

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Καταραμένο Ιντερνετ

Αιώνες πολλούς λοιπόν πριν από τον ήρωα του καβαφικού ποιήματος «Ας φρόντιζαν» που δεν είχε κανένα πολιτικό ή ηθικό πρόβλημα να πολιτεύεται με σημαία την ιδιοτέλειά του, ο «Κόθορνος» άνοιξε έναν δρόμο που τον ακολούθησαν αμέτρητοι πολιτευόμενοι, που αλλάζουν κόμμα, αρχές, ιδέες, στάση κατά τους ανέμους του συμφέροντος. Θα μπορούσαμε να τους αποκαλούμε κοθόρνους όλους αυτούς. ΄Η κυβιστήρες, όπως ονόμαζε ο Ομηρος τους ειδικούς της τούμπας που εμφανίζονταν επί πληρωμή στα συμπόσια. Ή γυριστρούληδες, αφού το πολιτικό τους πιστεύω έχει ένα μόνο άρθρο: «Φεύγω, γυρνάω, ξαναφεύγω και ξανάρχομαι». Προσοχή όμως: Οταν φεύγω, καταγγέλλω δριμύτατα τους πριν συντρόφους μου και ιδίως τον αρχηγό. Οταν επιστρέφω, δοξολογώ τον αρχηγό στα όρια της αυτογελοιοποιήσεως. Οταν ξαναφεύγω, βάζω πάλι την κασέτα της καταγγελίας. Κ.ο.κ. Το μόνο πρόβλημα, μην μπερδευτούν οι κασέτες. Α, υπάρχει και δεύτερο πρόβλημα: Να μην τους έχει πλήξει όλους το Αλτσχάιμερ και μερικοί να θυμούνται τα λόγια μου και τα γραπτά μου («Εγώ; Ποτέ!») και να τα ψάξουν στο Διαδίκτυο. Καταραμένο Ίντερνετ με τις φωτιές που μας ανάβεις. Φωτιά να πέσει να σε κάψει κι εσένα.

Καταλήγει στο σημερινό άρθρο του στην Καθημερινή της Κυριακής ο Παντελής Μπουκάλας με τίτλο "Οι κόθορνοι και οι κυβιστήρες της πολιτικής σκηνής"

Με αφορμή το Τρίτο Πρόγραμμα

Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλους στην Καθημερινή του Σαββάτου, σχετικά με το κλείσιμο του Τρίτου Προγράμματος:" Πρόγραμμα της ελληνικής ραδιοφωνίας ήταν μια περιοχή πολιτισμού στην έρημη χώρα. Χωρίς πολιτική ειδησεογραφία, απαλλαγμένο από την υστερία των πολιτικών εκπομπών, σου θύμιζε ότι υπάρχει και μια ζωή, πιο πραγματική από το καταθλιπτικό κουτσομπολιό του δημόσιου βίου και την οικονομική παράνοια.
Είναι αλήθεια ότι εδώ και πολλά χρόνια είχε μπει στο περιθώριο. Για τους περισσότερους υπήρχε καταναλώνοντας το κεφάλαιο που μάζεψε επί Χατζιδάκι, την ανάμνηση των καυστικών σχολίων του και τον προκλητικό συνδυασμό μετάδοσης κλασικής μουσικής με συνεντεύξεις του Ζαμπέτα ή του Φλωρινιώτη. Οι ακροατές είχαν μείνει λίγοι, ούτε και ξέρω αν έμπαινε καν στις μετρήσεις. Ακόμη λιγότεροι, λόγω «τεχνικών δυσχεριών». Αν και μεταδιδόταν σε δύο συχνότητες, σε ελάχιστα σημεία μπορούσες να το πιάσεις, πάντα συνέβαινε κάτι με τους αναμεταδότες και ακόμη και στα χρόνια της ευφορίας, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να επενδύσει σε υποδομές. Το life style, ισοπεδωτικό και απολυταρχικό, κατάφερε συντριπτικά κατάγματα σε ό,τι εκπροσωπούσε το Τρίτο Πρόγραμμα, με τους ελάχιστους ακροατές που συμπεριφέρονταν σαν μύστες. Μερικοί παραγωγοί του είχαν υιοθετήσει τη νοοτροπία του περιθωρίου. Ενώ περίμενες να ακούσεις μουσική, κάποιος μουσικολόγος σού την ανέλυε. Χρήσιμο, δεν λέω, χρησιμότερη όμως από τη μουσικολογία είναι η ίδια η μουσική. Υπήρχαν όμως και οι άλλοι που ήξεραν να προλογίζουν το μέρος μιας συμφωνίας με πέντε κουβέντες, όσες χρειάζονταν. Πολλές εκπομπές λόγου σου έδιναν την εντύπωση ότι οι ομιλητές έπασχαν από βαρυτάτης μορφής ανία – καθιερωμένο σύνδρομο των δημοσίων συζητήσεων για τη λογοτεχνία στη χώρα όπου όλοι, λίγο ώς πολύ, αισθάνονται λογοτέχνες. Κι όμως, περίπου ένα μήνα μετά το κατέβασμα του διακόπτη, η απουσία του Τρίτου είναι αισθητή. Λείπει το αίσθημα ότι κάπου, στην ίδια πόλη, υπάρχουν κάποιοι που δεν τους ξέρεις και ακούν Σούμαν όπως εσύ – αυτή είναι η διαφορά του ραδιοφώνου από το cd. Κοινώς το αίσθημα της πολιτισμένης κοινότητας, που ο τόπος σου στερεί βίαια».
Εδώ που ζούμε, όχι τρίτο αλλά ούτε δεύτερο δεν πιάνουμε. Είναι θέμα; Ασφαλώς. Για πολλούς λόγους. Όπως και με την τηλεόραση. Και πληρώνουμε υποχρεωτικά για τα κανάλια και τους κρατικούς σταθμούς και σήμα δεν έχουμε στερούμενοι την άλλη τηλεόραση και το άλλο ράδιο το οποίο είναι μακράν καλύτερο από τη σαβούρα που κατακλύζει τους αιθέρες της επαρχίας.
Και το πιο σοβαρό: Κανείς δεν ενδιαφέρεται για την αναμετάδοση των σημάτων.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τζάμπα μάγκες

Γράφει ο Δ. Δανίκας στην ηλεκτρονική έκδοση του ΠΡΩΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ:

Το πρόγραμμα  δεν   βγαίνει. Η   χώρα  κατευθύνεται ολοταχώς προς την καταστροφή. Είναι  ζήτημα  χρόνου.  Το  Βερολίνο  υποκρίνεται  ότι   εμείς προσπαθούμε.  Κι εμείς υποκρινόμαστε ότι    το πρόγραμμα πιστά το ακολουθούμε. Ο λόγος γνωστός. Αν   χρεοκοπήσουμε επισήμως θα τους πάρουμε στον τάφο  μαζί  μας

Εδώ  και  τρία  ολόκληρα  χρόνια  τίποτε δεν  έχει  αλλάξει.  Ολα ακούνητα. Ολα στα ίδια και  επί τα  αυτά.  Η κοινωνία αρνείται να  ακολουθήσει την άγουσα προς την παραγωγή. Το Δημόσιο  υπέρβαρο και  ξεχαρβαλωμένο. Ο  φοροεισπρακτικός  μηχανισμός εντελώς άχρηστος,  γερασμένος και διαπλεκόμενος. Και το πάρτι  στην Υγεία  συνεχίζεται προσαρμοσμένο  στις συνθήκες της  κρίσης
 
Θα  σας   φέρω  ένα  απλό  παράδειγμα. Πρόκειται  για  την καραφαρσάρα  με  τίτλο  «Ρόδα,  Μάσα και κοπάνα». Δηλαδή   το  23%   στο ΦΠΑ  της εστίασης. Το φύλλο  συκής  της   ελληνικής  διαπραγμάτευσης με τους  Τροικανούς. Οπου εμείς τους εκλπιπαρούμε  να  το    πριονίσουν αλλά εκείνοι   αρνούνται να  «συμμορφωθούνε»
 
Ποια η πράγματικότητα;  Αυτή ακριβώς που λαμβάνουμε   σαν τουρίστες σε οποιοδήποτε   ταβερνείο,  σε οποιαδήποτε χασαποταβέρνα και σε οποιαδήποτε καφετέρια της επαρχίας.  Οπου  εννιά στους δέκα  ταβερνιάρηδες και καφετζήδες δεν εκδίδουν    αποδείξεις  με  το επιχείρημα  ότι αν το  κάνουν  θα   βουλιάξουν οι οικογενειακές τους  επιχειρήσεις.  Και ότι  εκτός  των άλλων  οι  φόροι  που θα πλήρωναν  θα πήγαιναν στις  τσέπες  των  «άθλιων» πολιτικών και  των «τοκογλύφων»  της Ευρώπης. Τι λέτε  καλέ; Και οι  υπόλοιποι; Κοροίδια και    χαιβάνια  του κάθε  μικρομεσαίου ταβερνιάρη που παριστάνει τον πέτσινο επαναστάτη
 
Το  χειρότερο;  Κόβω  τον σβέρκο μου.  Πως αν  ο   φόρος στην  εστίαση  γκρεμιζόταν  στο  10% πάλι  δεν  θα πλήρωναν. Πάλι  στην   φοροκλοπή θα επιδίδονταν. Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Με  απλό λόγια όλος  αυτός ο ντόρος,  όλη αυτή  η εκστρατεία  καταλήγει περί όνου  σκιάς.   Μηδέν στο  πηλίκον!
 
ΤΙ  έπρεπε να γίνει;  Η  απάντηση εύκολη. Αυστηρές  ποινές. Δεν  πληρώνεις; Λουκέτο  στην  ταβέρνα και πρόστιμο μερικές χιλιάδες euros  στον «επαναστάτη»  Τόσο αυστηρά;  Τόσο. Για   δύο λόγους,  Πρώτο   επειδή ο μισός και πλέον πληθυσμός έχει  βουλιάξει από την κρίση. Εμείς οι μαλάκες αναγκαστικά εκπληρώνουμε  τις υποχρεώσεις μας κι εκείνος ο τσάμπα  μάγκας κατακλέβει τον πελάτη και τον δημόσιο κορβανά. Μέσα  σε  δύο τουριστικούς μήνες θέλει να  βγάλει  τόσα λεφτά όσα   χρειάζεται  για μια ολόκληρη  χρονιά.  
 
Θα κλείσω, σου λέει. Οχι   υπάρχει τρόπος  να μην κλείσεις. Αναβαθμίζοντας  την ποιότητα  της πρώτης  ύλης και  των  υπηρεσιών  σου. Ομως δεν το κάνει και  εξακολουθεί  να πορεύεται  όπως παλιά. Ο δεύτερος  λόγος είναι  τα  μειωμένα  έσοδα  του κράτους. Καθένας  εξ αυτών  συμβάλλει στην  καταστροφή όλων  των φτωχών και  σκληρά  εργαζόμενων   πολιτών
 
Οσο   παραμένουν παράλυτοι  οι  ελεγκτικοί  μηχανισμοί.  Οσο οι ταβερνιάρηδες δεν τιμωρούνται παραδειγματικά,  τόσο  ταυτίζονται προς την αθάνατη κλεφτουριά! Το συμπέρασμα απλό.  Είτε θα   βάλουμε μυαλό είτε όλοι μαζί θα πορευτούμε και θα καταλήξουμε  στον  τρίτο κόσμο  τον Αφρικανικό!